Στα 10 χρόνια πια και είμαστε καλά! Τι άλλο να θέλουμε σ' αυτόν τον παράξενο κόσμο;

gamos6Στις 4 Απριλίου 2025, κλείσαμε δέκα (10) χρόνια παντρεμένοι, με την σύντροφο της ζωής μου, Σούλα Αργυροπούλου. Και μπήκαμε στον 11ο!

Και επειδή εκτιμούμε ότι ο γάμος, ήταν και παραμένει ένα μεγάλο γεγονός που άλλαξε τις ζωές μας, θέλουμε να το θυμόμαστε, αφού εκτιμούμε ότι άξιζε το βήμα που κάναμε...

Όπως και τις όμορφες στιγμές στη ζωή μας...

Και είμαστε πολύ χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι στον κοινό δρόμο που χαράσσουμε στη ζωή μας...

Στο μεταξύ, κάθε μέρα για μέρα, είναι για μας ξεχωριστή και την τιμούμε όπως της πρέπει, επειδή ξέρουμε καλά πως είναι Θείο Δώρο...

Κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε, σε εποχές πολύ δύσκολες και έχουμε καταφέρει να είμαστε καλά, καθώς μοιραζόμαστε πράγματα...

Ακόμα και τώρα που περνάμε μια ιδιόμορφη περίοδο, στον απόηχο της πανδημίας του κορονοϊού Covid-19 που μας κράτησε δυο χρόνια σε καραντίνα σπίτι μας, ή σε μια ιδιότυπη κοινωνική αποστασιωποίηση, εμείς προσπαθήσαμε να είμαστε καλά και να κάνουμε πράγματα, μαζί...

Τα σχέδια, έτσι κι αλλιώς τα αφήνουμε για αργότερα, όταν φτιάξουν τα πράγματα... Μέχρι τότε μπορούμε να ζούμε με ευχάριστες αναμνήσεις από ταξίδια που προλάβαμε να κάνουμε...

Και αν το θέλει ο Ιεχωβά, τώρα που περασε το κακό, σχεδιάζουμε κι άλλα. Όσο αντέχουμε και μπορούμε!

Θέλουμε να το γιορτάσουμε λίγο διαφορετικά και... λίγο αργότερα. 2-7 Μαϊου θα πάμε εκδρομή στην Κωνσταντινούπολη. Το ήθελε πάντα η Σούλα. Κι εγώ που την έζω ζήσει την Πόλη, πολλά χρίνια πριν, είναι όντως, ένα σταυροδρόμι πολιτισμού ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή.

Αξίζει λοιπόν και θα το τολμήσουμε! Έτσι κι αλλιώς μας αρέσει να γνωρίζουμε νέους τόπους, ανθρώπους, πολιτσμούς.

Επειδή αυτό είναι κάτι που μας αρέσει και το θέλουμε, ενώ παράλληλα θα συνεχίσουμε να κάνουμε πράγματα που μας γεμίζουν και μας ευχαριστούν, μαζί!

Σ' αυτό το πλαίσο εντάξαμε και το ταξίδι μας στο Πήλιοβπριν μερικά χρόνια... Μια όμορφη ανάσα σε ένα μέρος που αγαπούμε πολύ και θέλαμε να το γνωρίσουμε καλύτερα... 

Είχαμε την ευκαιρία να ξαναδούμε τον Στηβ, την Έστερ και τα κορίτσια τους, Βικτώρια και Χλόη τον Ιούνιο του 2023, όταν περάσαμε μαζί στην Πάρο ένα δεκαήμερο φανταστικών διακοπών... Και συνεχίζουμε!

kanoni1.060416

Ας γυρίσουμε λιγάκι πίσω το χρόνο... Το 2016 πήγαμε για έξι μέρες στην Κέρκυρα. Και περάσαμε υπέροχα, όπως μπορείτε να δείτε και στις δημοσιεύσεις που κάναμε γι' αυτό το ταξίδι μας ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ.

Μας αρέσει να το κάνουμε αυτό ως άνθρωποι. Πολύ περισσότερο όταν έχουμε ένα σοβαρό, μεγάλο γεγονός, να γιορτάσουμε στη ζωή μας...

Ο ΘΡΑΨΑΝΙΩΤΗΣ ταξιδεύει, γνωρίζει νέους τόπους, ανθρώπους, συνήθειες, ήθη και έθιμα, πολιτισμούς και τα ζει. Από εδώ τα λέγαμε καθημερινά, κι εκείνες τις μέρες των ταξιδιών μας, όπως κάνουμε χρόνια τώρα, με τα μέρη που επισκεπτόμαστε… 

Και το 2017 πήγαμε στο Αβινιόν της Γαλλίας κοντά στους πνευματικούς και σαρκικούς αδελφούς μας Γιώργο και Αστρίντ. Δείτε ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ. κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ.

Αλλά, επειδή δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε την αρχή, στα λίγκ που ακολουθούν μπορείτε επίσης να δείτε μαζεμένες όλες τις αναρτήσεις που έκανα από το Βανκούβερ του Καναδά, τότε που μείναμε κοντά στον Στήβ και την Έστερ, την κόρη και τον γαμπρό της Σούλας, για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες..

Εκεί, το 2015, στις 4 Απρίλη, έγινε ο γάμος μας με τη Σούλα... Αξίζει να τα θυμηθούμε όλα αυτά, γιατί άλλαξαν τον ρου της δικής μας ιστορίας...

Δείτε ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ.

psarakia

Ο γάμος όπως είπαμε, είναι θεϊκός θεσμός, τον οποίο καθιέρωσε και εδραίωσε ο Ιεχωβά στην Εδέμ, φέρνει σε ύπαρξη την οικογενειακή μονάδα, τον οικογενειακό κύκλο. 

Ο Ιεχωβά, ο Δημιουργός, έπλασε τον άνθρωπο, αρσενικό και θηλυκό και θέσπισε το γάμο ως την κατάλληλη διευθέτηση για τον πολλαπλασιασμό της ανθρώπινης φυλής. (Γε 1:27, 28)

Ο πρώτος ανθρώπινος γάμος τελέστηκε από τον Ιεχωβά, σύμφωνα με την περιγραφή των εδαφίων Γένεση 2:22-24. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της ζωής μας. Τα σεβόμαστε και τα τιμούμε, όπως τους πρέπει...

akrovatis

Τι κάναμε και πώς το γιορτάσαμε το 2020; Δείτε ΕΔΩ. Και τα καλύτερα είναι μπροστά μας... Όπως το ταξίδι μας στο Πήλιο... Δείτε ΕΔΩ το 2021, Το 2022 το ψάχνουμε. Ήταν δύσκολα χρόνια λόγω της πανδημίας. Αλλά μετά το 2023, όλα έδειχναν να παίρνουν ένα άλλο ρυθμό... Πιο φυσιολογικό! Κάτι έχουμε στο νου μας και για φέτος... Δείτε όμως ΕΔΩ την αγάπη που μας έδειξαν οι φίλοι μας...

avgo.tukokora

The News

«Η Ρηνιώ» και άλλα διηγήματα του Θανάση Ρέππα. Μέρος πρώτο. Η συνέχεια, αύριο...

kontstantinos.thessΣτο έργο… Ο αδελφός, Κωνσταντίνος… Η φωτογραφία, μας έρχεται από τη Θεσσαλονίκη… Και είναι ενθαρρυντική για όλους μας…

tasula.80.eton
Όπως κι αυτή, της 80χρονης αδελφής μας, Μαρίνας, επίσης από της Θεσσαλονίκη. Στοχαστείτε: Αν εκείνη μπορεί να δίνει μαρτυρίες, εμείς;


ΡΗΝΙΩ

Κάθε φορά που θέλω ν’ ακουμπήσω στο παρελθόν, άλλοτε σπρωγμένος από τη λαχτάρα της νοσταλγίας, άλλοτε για ξαπόσταμα κι άλλοτε χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω το γιατί, δεν δυσκολεύομαι καθόλου να βρω την πρώτη στάση.

Η μνήμη μου, λες και είναι προγραμματισμένη σαν ηλεκτρονικός υπολογιστής, αγκυροβολεί χωρίς δυσκολία στη Ρηνιώ.

Η Ρηνιώ, η κατά τρία χρόνια μικρότερη αδερφή μου, γεννήθηκε το 1941, μέσα στην καρδιά της κατοχής και της φτώχειας, πράγματα που εγώ τα γνώρισα αργότερα, όπως αργότερα έμαθα και για τη μεγάλη χαρά που έφερε στους γονείς μου η γέννησή της, καθώς ήρθε λίγο καιρό ύστερα από το θάνατο μιας άλλης κόρης τους, της Τριανταφυλλιάς, που πέθανε ενώ ο πατέρας μου ήταν επίστρατος στην Αλβανία.

Τα χρόνια περνούσαν και η Ρηνιώ μεγάλωνε. Μεγαλώναμε βέβαια και εγώ και ο μεγα-λύτερος αδερφός μου, αλλά το μεγάλωμα της Ρηνιώς ήταν το γεγονός στην οικογένειά μας και το κέντρο του ενδιαφέροντος για όλους, ακόμα και για τη γειτονιά και για όλο το χωριό.

΄Οσοι την ήξεραν λένε πως ήταν πολύ όμορφη. Εγώ πίστευα πως ήταν το ομορφό-τερο πλάσμα που πέρασε στη Γη. Και σήμερα το πιστεύω ακόμα, έτσι που, άμα τύχει και συναντήσω κάνα παιδάκι που εντυπωσιάζει με την ομορφιά του, λέω μέσα μου: «Πολύ όμορφο παιδάκι, σαν τη Ρηνιώ μας είναι». Πάντα όμως το λέω από μέσα μου.

Οι γονείς μου χαίρονταν για την όμορφη μικρή τους κόρη, αλλά πάντοτε είχαν μέσα τους και έναν ανέκφραστο φόβο. Φόβο για «το κακό το μάτι», για το μάτιασμα, που το θεωρούσαν πιθανό, αφού όποιος τους συναντούσε δεν παρέλειπε να εκφράσει το θαυμασμό του για την ομορφιά της Ρηνιώς

΄Ετσι, κάθε φορά που η μικρή τύχαινε να αδιαθετήσει, έριχναν τα κάρβουνα,[1] για να δουν αν είναι ματιασμένη, κι έτρεχαν στις ξεματιάστρες.

Είχε έρθει η άνοιξη του 1946 με όλες τις χαρές και   τις σκοτούρες της. Στο δικό μας σπιτικό όμως η σκοτούρα ήταν μία: είχε αρ-ρωστήσει ξαφνικά η Ρηνιώ και δεν μπορούσαμε να μάθουμε την αιτία. Οι ξεματιάστρες του χωριού μας και των γειτονικών χωριών έβαλαν σε ενέργεια όλη τους την τέχνη, αλλά άδικος κόπος. Η υγεία του κοριτσιού δεν βελτιωνόταν. Ο γιατρός στη Χώρα, άριστος επιστήμονας, που είχε φήμη για τις πετυχημένες διαγνώσεις του, την εξέτασε πολλές φορές στο ιατρείο του και στο σπίτι, αλλά το αποτέλεσμα μηδέν. Η κατάσταση χειροτέρευε και η Ρηνιώ, εκτός από τον ψηλό πυρετό, είχε και σπασμούς. Στην αρχή ελαφρούς, αργότερα όμως πιο έντονους.

΄Ενα μεσημέρι έπαιζα στο χαγιάτι του σπιτιού μας, δεν ξέρω με τι, μπορεί και με τα δάχτυλά μου, αφού τα παιχνίδια ήταν πράγ-ματα άγνωστα για μας. Ξαφνικά άκουσα φωνές απελπισίας. Η νόνα μου η Τριανταφυλλιά φώναζε ζητώντας βοήθεια, γιατί η Ρηνιώ είχε πάλι σπασμούς, αλλά τούτη τη φορά πολύ έντο-νους. Φώναξα κι εγώ μαζί της και αμέσως έφτασε η μάνα μου, με την αγωνία ζωγρα-φισμένη στο πρόσωπό της. ΄Ηταν στον κήπο και φύτευε όταν άκουσε τις φωνές μας, και σε δευτερόλεπτα, κυνηγημένη απ’ το φόβο, είχε μπει στο σπίτι. Η νόνα μου συνέχιζε να φωνάζει. Μπήκα κι εγώ μέσα και είδα τη Ρηνιώ ξαπλωμένη στο κρεβάτι αναίσθητη. Οι δύο γυναίκες δεν ήξεραν τι να κάμουν. Της έριχναν νερό, την έτριβαν, τη σκαμπίλιζαν, αλλά το αποτέλεσμα μηδέν.            

Σε εμένα δεν έλεγαν τίποτα. Μου τα μαρτυρούσαν όμως όλα τα πρόσωπά τους, τα βουρκωμένα μάτια τους και τα βλέμματά τους, που γύρευαν κάτι να ακουμπήσουν, από κάπου να πιαστούν. Ίσως ακόμα κι από ‘μένα, το οχτάχρονο φοβισμένο αγόρι. Το κατάλαβα και ξαναβγήκα στο χαγιάτι φωνάζοντας.

Κάποια ελπίδα φτέρωσε στην καρδιά μου, καθώς είδα τη νόνα Πετρού, θεία της μάνας μου, που έμενε στην ίδια γειτονιά, να τρέχει κρατώντας στα χέρια της μια βούρτσα και ένα μπουκάλι ξίδι.

Μπήκε στο σπίτι σα σίφουνας και, πιο ψύχραιμη από τις άλλες, άρχισε να τρίβει με τη βούρτσα τα χέρια της μικρής και είπε στη μάνα μου να την βρέχει με ξίδι.

Οι προσπάθειες μεγάλωναν, το ίδιο και η αγωνία που δεν έφυγε ούτε και όταν σε λίγα λεπτά έφτασε και η θεία η Κωσταντίνα, αδερφή του πατέρα μου, και άλλες γειτόνισσες και γείτονες που είχαν ακούσει τις φωνές μας. ΄Ολοι ήθελαν πολύ να βοηθήσουν, αλλά κανείς δεν μπορούσε. Κι εγώ μπαινόβγαινα, από το σπίτι στο χαγιάτι, με τα μάτια και τα αυτιά μου έτοιμα και λαχταρισμένα να αρπάξουν κάποιο σημάδι παρηγοριάς, που όμως δεν φαινόταν.

Ξαφνικά, καθώς ήμουν στο χαγιάτι και φώναζα, βλέπω τον πατέρα μου να κατηφορίζει τρέχοντας κατά το ποτάμι από την Πέρα Μεριά. Είχε πάει στο γιατρό να ρωτήσει για τη Ρηνιώ και γύριζε. Μόλις τον είδα, άρμεξα από τα σωθικά μου όση φωνή είχα και την άφησα να χυθεί κατά το μέρος του, σπρωγμένη από το φόβο και την αγωνία μου. Θυμάμαι ακόμα εκείνες τις φράσεις της παιδικής μου οδύνης:

«Έλα γρήγορα, καλέ πατέρα! Η Ρηνιώ μας πέθανε».

Κι εκείνος μ’ άκουσε και το ‘κανε. Ήρθε όχι γρήγορα, αλλά σαν αστραπή. Δεν θυμάμαι να ’χω δει μεγαλύτερη ταχύτητα στη ζωή μου.

΄Οταν καμιά φορά ακούω στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση ή διαβάζω να περιγρά-φουν δρομείς και να τους λένε σίφουνες, ανέμους, ζαρκάδια και άλλα παρόμοια, η μνήμη μου τρέχει σ’ εκείνη τη σκηνή. Και τότε, όλους αυτούς τους σίφουνες και τα ζαρκάδια, τους βλέπω πίσω, πολύ πίσω και τον πατέρα μου μπροστά: να πηδά τις μάντρες του κήπου και να φτάνει στο χαγιάτι μ’ ένα μπουκάλι οινόπνευμα στο χέρι του, μοναδικό όπλο ν’ αντιμετωπίσει το θάνατο, που του είχα αναγγείλει με τις κραυγές μου.

Μπήκε αμέσως μέσα, αφήνοντας σε μένα το θλιμμένο βλέμμα του αλλά και την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά.

Ναι, δεν αμφέβαλλα πια πως η Ρηνιώ μας θα σηκωθεί. Ο ερχομός και η παρουσία του πατέρα με διαβεβαίωναν γι’ αυτό. Και σε λίγο η ελπίδα μου επαληθεύτηκε. Η Ρηνιώ συνήλθε και οι γείτονες άρχισαν σιγά-σιγά να φεύγουν, ανακουφισμένοι αλλά και ανήσυχοι. Μπήκα κι εγώ στο δωμάτιο και, παραμε-ρίζοντας τους άλλους, φώλιασα στην αγκαλιά του πατέρα μου, που μου χάιδεψε τα μαλλιά, χωρίς να διώξει το βλέμμα του από το κρεβάτι της Ρηνιώς.

«Τι είπε ο γιατρός;» ρώτησε δισταχτικά η νόνα μου η Τριανταφυλλιά.

«Τα ίδια», τις είπε εκείνος με φωνή σβη- σμένη και στεγνή από την απελπισία.

«Εγώ σας το λέου πάλι: το κορίτσι έναι ματιασμένο», παρεμβαίνει η νόνα Πετρού και αμέσως συμφωνεί μαζί της η θεία Κωσταντίνα αλλά και οι άλλες γυναίκες που ήσαν εκεί.

Ο πατέρας δεν μιλούσε. ΄Ολα τα δεχόταν και όλα τα έκανε, φτάνει να του έδιναν κάποια ελπίδα, ακόμα και κάποια ιδέα ελπίδας για τη Ρηνιώ.

Μια μέρα, ύστερα από άλλη μια κρίση της Ρηνιώς, τον θυμάμαι που καθόταν στο παραγώνι. Έπινε κρασί και κάπνιζε. Ήταν πολύ στενοχωρημένος κι εγώ τον καταλάβαινα, ας πάσχιζε να κρύψει τη στενοχώρια του. Ήθελα να τον παρηγορήσω και του είπα πως είχα κάμει τάμα στην Παναγιά, άμα γίνει καλά η αδερφή μου, να της πάω τη Ρούσα, μια μικρή κατσικάδα που μου είχαν χαρίσει. Με κοίταξε βουρκωμένος. Ήξερε πόσο αγάπαγα την κατσικάδα και στο άκουσμα πως την έταξα στην Παναγιά για την αδερφή μου, δεν μπόρεσε να κρύψει τη συγκίνησή του.

Παράλληλα, σαν να ήθελε να απολογηθεί σε μένα, μου είπε:

«Κι εγώ έταξα το Σκουλίδι».

Ο Σκουλίδης ήταν ένα βόδι που είχαμε για να οργώνουμε τα χωράφια και, παρά την ηλικία μου, ήξερα πόσο ανάγκη το είχε ο πατέρας.

Γι’ αυτό, μόλις άκουσα πως τον έταξε στην Παναγιά, τον κοίταξα με θαυμασμό. Δεν πρόλαβα όμως να του πω τίποτα κι εκείνος συνέχισε

«Και το Ξάμπελο το ‘ταξα».

Το Ξάμπελο ήταν το καλύτερο χτήμα μας και από τα καλύτερα του χωριού. Κληρονομιά του παππού μου, που είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν.

Δεν είχε προλάβει να τελειώσει τη φράση του ο πατέρας μου και έτρεξα στην αυλή να παίξω, σίγουρος για το αποτέλεσμα.

Μέσα στο παιδικό μυαλό μου είχαν στριμωχτεί τα τάματα: η Ρούσα, ο Σκουλίδης, το Ξάμπελο, εκτός από εκείνα που θα είχαν κάνει σίγουρα η μάνα μου και άλλοι συγγενείς.

Καθώς τα λογάριαζα έβγανα εύκολα το αποτέλεσμα και φανταζόμουνα μια μέρα εμένα, με την αγαπημένη μου κατσικάδα, τον πατέρα τραβώντας το Σκουλίδι και τη μάνα μου, κρατώντας από το χέρι τη Ρηνιώ, να πηγαίνουμε στην Παναγιά τα τάματά μας για την υγεία της. Δεν χώραγε στο μυαλό μου άλλη σκέψη.

΄Ομως σε λίγες μέρες η Ρηνιώ πέθανε. Τα τάματά μας δεν μπόρεσαν να διώξουν τη συμφορά κι εγώ, στα οχτώ μου χρόνια, γνώριζα τι σημαίνει θάνατος, αν και όχι σε όλη του την έκταση.

Αυτό το συνειδητοποιούσα σιγά-σιγά, καθώς περνούσαν τα χρόνια.

Η ημέρα του θανάτου της αδελφής μου με συγκλόνισε, αλλά στη μνήμη μου παραμένει εντονότερα η σκηνή που, από το χαγιάτι, έβλε-πα τον πατέρα μου να τρέχει προς το σπίτι με το μπουκάλι το οινόπνευμα στο χέρι. ΄Ηταν κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ, όπως ποτέ δεν θα ξεχάσω και τη Ρηνιώ μας, που είναι για μένα η προσωποποίηση της ομορφιάς. Και μέσα μου, στο υποσυνείδητό μου, ελπίζω και καρτερώ, πως κάποτε κάποιος θα τρέξει στο κρεβάτι της. Δεν ξέρω αν με οινόπνευμα ή με κάτι άλλο, θα τρέξει όμως κοντά της και θα την φέρει πίσω: όμορφη, γελαστή και χαρούμενη όπως ήταν τότε πριν αρρωστήσει.




Ο ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

Κυριακή πρωί και, κατά τη συνήθεια χρόνων, πήγαινα νωρίς για τις εφημερίδες. Πού αλλού; Στο περίπτερο της γειτονιάς, του Βασίλη Δέλγα, ανάπηρου πολέμου, που εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια έχει αναλάβει την ευθύνη της προμήθειας των αναγκαίων μικροπραγμάτων στους κατοίκους της περιοχής αλλά, προπαντός, την ευθύνη της ενημέρωσης.

Ήταν Μάης του 1950 όταν ο Βασίλης, νέος τότε γύρω στα τριάντα του, ήρθε στη γειτονιά μας άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Από την πρώτη μέρα που εγκαταστάθηκε στο, όλο κι όλο, δυόμισι τετραγωνικά περίπτερό του, άφησε να φανεί η αξιοσύνη του. Μια περιποιημένη μικρή ταμπέλα στην πρόσοψη αποκάλυπτε στους γείτονες και στους περαστικούς τις προθέσεις του ιδιοκτήτη του. Έγραφε:

ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΝ «Η ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ»

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΕΛΓΑΣ ΑΝΑΠΗΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ

Την «εξυπηρέτηση» την είδαν αμέσως οι γείτονες, γιατί ήταν διάχυτη σε κάθε εκδήλωσή του. Φαινόταν στα «Ορίστε» που έλεγε, στο γεμάτο ικανοποίηση «Μάλιστα» που απαντούσε όταν μπορούσε να είναι θετικός στο αίτημα του πελάτη, στο στενοχωρημένο «Λυπάμαι», όταν δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει, στο πολύ πρωινό άνοιγμα και στο πολύ αργά το βράδυ κλείσιμο του περίπτερου αλλά και σε ό,τι άλλο είχε σχέση με την εξυπηρέτηση.

Στην αρχή οι γείτονες δυσκολεύτηκαν πολύ να εντοπίσουν την αναπηρία του, και αυτό όχι γιατί δεν ήταν ανάπηρος αλλά γιατί την αναπηρία του την κράταγε, όσο μπορούσε, για τον εαυτό του. ΄Οχι από ντροπή, αλλά επειδή φοβόταν μήπως δημιουργήσει στους πελάτες του αισθήματα οίκτου, κάτι που δεν το ήθελε, γιατί πίστευε ότι δεν ήταν άξιος οίκτου αφού μπορούσε, με την προθυμία και την εργατικότητά του, να κερδίζει και τη ζωή του και την εκτίμηση της γειτονιάς.

Την αναπηρία την είχε στο μάτι. Την απόχτησε στην Αλβανία από έκρηξη χειροβομβίδας. Φρόντιζε όμως να την καλύπτει κάτω από τα σκούρα γυαλιά του και, καθώς δούλευε πολύ καλά το γερό του μάτι, δύσκολα μπορούσε κανείς να καταλάβει ότι δεν έβλεπε από το άλλο.

Για αντίτιμο του ματιού, η Πατρίδα τού παραχώρησε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του μικρού περίπτερου. Οι περισσότεροι, όταν το είδαν να στήνεται, κουνούσαν το κεφάλι λέγον-τας «Θα κλείσει γρήγορα», αφού στη γειτονιά μας δεν υπήρχαν τότε οι προϋποθέσεις να δυολέψει περίπτερο.

Ο Βασίλης όμως ήταν ευχαριστημένος γιατί ήταν αισιόδοξος άνθρωπος και πάντα στο καθετί, εκτός από το αρνητικό, μπορούσε να εντοπίσει και το θετικό.

«Καλό είναι», απαντούσε σε όποιον του έλεγε πως δεν θα τα βγάλει πέρα. «Εξάλλου τα περίπτερα δίνονται ανάλογα με την αναπηρία, και εγώ, ευτυχώς, έχω μικρή. Έχασα μόνο το ένα μου μάτι. ΄Αλλοι έχασαν και τα δύο και άλλοι τη ζωή τους. Εγώ, δόξα τω Θεώ, καλά είμαι και, με τούτο, θα τα καταφέρω».

Πραγματικά σιγά-σιγά και με τον καιρό όχι μόνο κατάφερε να σταθεί αλλά πέτυχε να κάνει το μικρό του περίπτερο το κέντρο της γειτονιάς μας. «Ρόιτερ» το λέγαμε. ΄Οχι με την κακή σημασία του κουτσομπολιού, αλλά με την καλή της σωστής και γρήγορης ενημέρωσης.

Από την πρώτη κιόλας βδομάδα το περίπτερο του Βασίλη ήταν το πρώτο σε όλη την περιοχή που είχε κρεμασμένες τις εφημερίδες γιατί φρόντιζε να τις παίρνει πρώτος και αμέσως να τις κρεμάει. Μάλιστα κρέμαγε όλες τις εφημερίδες, χωρίς διάκριση πολιτικής τοποθέτησης και ανοιγμένες ώστε να φαίνεται ολόκληρη η πρώτη σελίδα. Και όχι μόνο αυτό. Τις διάβαζε κιόλας και ήταν έτοιμος να δώσει και προφορικές πληροφορίες και να σχολιάσει την επικαιρότητα με όποιον πελάτη ή περαστικό είχε τέτοια διάθεση. ΄Ηξερε τα πάντα αλλά δεν κουτσομπόλευε ποτέ και δεν έβγαινε από το στόμα του κουβέντα αν ήτανε για κακό.

Στις προθήκες του δεχόταν να τοποθετούν κάθε είδους αγγελίες όπως ενοικιάσεις, πωλήσεις, μαθήματα, αγγελίες για γάμους, βαφτίσια και ό,τι άλλο του έφερναν. Μόνο όταν του πήγαιναν να βάλει αγγελτήρια κηδειών στενοχωριόταν. ΄Οχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή δεν ήθελε να μεταδίδει δυσάρεστα νέα. Παρ’ όλα αυτά όμως όλα τα πένθιμα αγγελτήρια των κηδειών στο περίπτερό του τα κολλούσαν πρώτα, αφού ήταν βέβαιο ότι από κει περνούσε κάθε μέρα όλη η γειτονιά. Αλλά και για τον εαυτό του έλεγε τα πάντα ο Βασίλης. Ανοιχτή εφημερίδα ήταν. Δεν κράταγε μυστικά από τους γείτονές του. Και όταν η καρδιά του χτύπησε για τη Χρυσούλα, μια φτωχή αλλά όμορφη γειτονοπούλα, γρήγορα το έμαθαν όλοι και έδειξαν τη χαρά τους με τις εγκάρδιες ευχές και, αργότερα, με την παρουσία τους στο γάμο του.

Μόνο δύο πράγματα κρατούσε μυστικά ο Βασίλης :τις ποδοσφαιρικές του προτιμήσεις και τις πολιτικές του πεποιθήσεις. ΄Οταν τον ρώταγαν για αυτά τα δύο έλεγε:

«Ο περιπτεράς, ο στρατιώτης και ο παπάς δεν πρέπει να έχουν ή δεν πρέπει να φανερώνουν τις πεποιθήσεις τους γιατί ανήκουν σε όλους». Την ίδια απάντηση έδωσε και στον αστυφύλακα της Ασφάλειας όταν μια μέρα τον επισκέφτηκε διακριτικά και του πρότεινε κάποια «συνεργασία», με το αζημίωτο, για τον εντοπισμό των αντιφρονούντων και, ιδιαίτερα, των αριστερών της γειτονιάς.

«Αυτό που μου ζητάτε δεν είναι του χαρακτήρα μου», του είπε, «αλλά ούτε η δουλειά μου το επιτρέπει».

«΄Ισα-ίσα», του είπε ο αστυφύλακας, «η δουλειά σου είναι ό,τι πρέπει. Μπορείς να μας βοηθήσεις χωρίς να μετακινηθείς από τη θέση σου. Εξάλλου δεν ζητάμε σπουδαία πράματα, παρά μόνο να μας αναφέρεις όσους παίρνουν αριστερές και αντιπολιτευόμενες εφημερίδες.

Ούτε στο τμήμα θα έρχεσαι. Εμείς θα ερχόμαστε εδώ και… διακριτικά».

«Δεν γίνεται», του απάντησε και επέμεινε σταθερά στην άρνησή του ακόμα και όταν ο αστυφύλακας του είπε ότι για αυτή την εξυπηρέτηση θα είχε και κάποια οικονομική βοήθεια. Μάλιστα όταν ο αστυνομικός, θέλοντας προφανώς να κεντρίσει τα πατριωτικά του αισθήματα, του είπε: «Δεν πρέπει να αρνηθείς γιατί αυτό είναι προσφορά στην πατρίδα», του έκλεισε οριστικά την κουβέντα λέγοντας:

«Εγώ στην Πατρίδα, όπως ξέρεις, πρόσφερα το ένα μου μάτι. Το άλλο το έχω για μένα, δεν το έχω για να παρακολουθώ. Εδώ που είμαι θέλω να προσφέρω σε όλους μόνο εξυπηρέτηση χωρίς καμιά διάκριση».

΄Ολοι ήξεραν τις απόψεις του αυτές αλλά πολλοί κράταγαν πισινή και φρόντιζαν την εφημερίδα τους να την αγοράζουν από άλλη γειτονιά, όπως έκαναν τότε όλοι οι αριστεροί για το φόβο της Ασφάλειας.

Ο Βασίλης με το καλό του μάτι το είχε παρατηρήσει αυτό και μπορούσε να ξέρει τους αριστερούς, και ας μην έπαιρναν   εφημερίδα

απ’ αυτόν. Το ένιωθε όμως προσβολή να τον αποφεύγουν και να τον φοβούνται.

΄Ετσι μια μέρα, σε μια στιγμή που δεν είχε άλλους πελάτες, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, και όταν ο κυρ-Αλέκος, ο τραπεζικός, πήγε να πάρει τσιγάρα, του είπε σοβαρά:

«Κυρ-Αλέκο, έχω ένα παράπονο».

«Τι παράπονο;» ρώτησε ξαφνιασμένος εκείνος.

«Που δεν με προτιμάς στην εφημερίδα».

Ο Αλέκος δεν απάντησε, αλλά ο Βασίλης συνέχισε και με όλη του την ειλικρίνεια του εξήγησε ότι δεν είναι σαν μερικούς άλλους περιπτεράδες. Τον διαβεβαίωσε πως μπορεί ελεύθερα να παίρνει την εφημερίδα του, ακόμα και τυλιγμένη είτε μέσα σε άλλη είτε μέσα σε φάκελο χωρίς κανένα φόβο.

Ο Αλέκος πείστηκε και από τότε, όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και όλοι οι αριστεροί της γειτονιάς, έπαιρναν την «Αυγή» από τον Βασίλη με το ίδιο θάρρος που έπαιρναν και οι δεξιοί την «Ακρόπολη».

Όλα αυτά τον είχαν κάνει κοσμαγάπητο. ΄Οταν μάλιστα έβαλε και τηλέφωνο στο περίπτερο, τότε έγινε και ο μαντατοφόρος της γειτονιάς, κρατώντας σημειώσεις και μετα-φέροντας με συνέπεια κάθε είδους παραγγελία

και πληροφορία. Και αυτή την εξυπηρέτηση την πρόσφερε χωρίς να αγανακτεί. Αντίθετα χαιρό-ταν πολύ και ένιωθε ικανοποίηση όταν είχε την ευκαιρία να μεταφέρει κάποιο ευχάριστο νέο. Ακόμα χαιρόταν και όταν έβλεπε ουρά στο περίπτερό του για να τηλεφωνήσουν, γιατί ήξε-ρε ότι τον προτιμούσαν επειδή δεν συνήθιζε να «στήνει αφτί» όταν οι πελάτες μιλούσαν στο τηλέφωνο.

΄Ετσι σαράντα τόσα χρόνια τώρα το περίπτερο του Βασίλη συνέχιζε να είναι το «Ρόιτερ» της γειτονιάς και ο τόπος από όπου θα έπαιρνε κανείς γρήγορη και σωστή πληροφορία. Πάντα ενδιαφερόταν για το κοινό του, για τη γειτονιά του. Από τους πρώτους έβαλε ραδιόφωνο και εκεί μαζεύονταν οι γείτονες για να ακούσουν τα νέα, τότε που το ραδιόφωνο ήταν είδος πολυτελείας για τα σπίτια, και κάθε Κυριακή η «μαρίδα» της γειτονιάς, αλλά και μεγάλοι, εκεί στριμώχνονταν να ακούσουν την

αναμετάδοση του ποδοσφαίρου και να σχολιάσουν τις φάσεις και το αποτέλεσμα. Εκεί τα παιδιά έβρισκαν τα παγωτά, τις λεμονάδες, τις τσίκλες, τα μπαλόνια και ό,τι άλλο χρειαζούμενο για τη συμπλήρωση της ζωής αλλά προ-παντός όλοι, μικροί και μεγάλοι, γνωστοί και άγνωστοι, εκεί έβρισκαν την καλή κουβέντα.

Ιδιαίτερα κάθε Κυριακή πρωί, οι ηλικιωμένοι μαζεύονταν και έκαναν την ανασκόπηση των γεγονότων της εβδομάδας.

Γι’ αυτό πήγαινα κι εγώ σήμερα. Για τη βδομαδιάτικη ανασκόπηση, όπως έκανα χρόνια τώρα και στο τέλος έπαιρνα την εφημερίδα μου χωρίς να τη χρειάζομαι, αφού έφευγα πλήρως ενημερωμένος από τον Βασίλη και από τους άλλους της παρέας.

΄Οταν έστριψα στη γωνία είδα κόσμο πολύ. Περισσότερο από τον συνηθισμένο. Ανησύχησα και η ανησυχία μου μεγάλωσε όταν είδα τα ρολά του περίπτερου κατεβασμένα. ΄Ηταν κάτι που δεν το είχα δει ποτέ τέτοια ώρα.

Μόλις πλησίασα, δεν χρειάστηκε να ρωτήσω για να μάθω τα νέα αφού όλοι κουβέντιαζαν για το θάνατο του Βασίλη, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή έφτανε η επιβεβαίωση. Είχε έρθει το παιδί του γραφείου κηδειών να κολλήσει το αγγελτήριο του θανάτου, το γνωστό πένθιμο τετράγωνο χαρτί με τις φράσεις: «τον λατρευτό μας...».

΄Ολοι ξέραμε τι έγραφε αλλά ορμήσαμε να το διαβάσουμε, λες κι εκείνο θα μας έδινε τις πληροφορίες που ζητάγαμε αντί του Βασίλη. Λες κι εκείνο θα μας έδινε τα νέα, όπως έκανε

εκείνος κάθε μέρα. Και πράγματι αυτό έκανε: μας έδωσε τα νέα. ΄Εκανε ό,τι έκανε και ο Βασίλης για πάνω από σαράντα χρόνια, αφού για τη μικρή συνοικιακή κοινωνία μας, για τη γειτονιά μας, ένα ήταν το νέο σήμερα: Ο θάνατος του Βασίλη. Και αυτό το είχε το αγγελτήριο.

Ετοιμαζόμουνα να φύγω όταν είδα να πλησιάζει ευλαβικά κατά το περίπτερο ο κυρ-Αλέκος ο τραπεζικός, συνταξιούχος τώρα και αρκετά ηλικιωμένος. Ήταν κι αυτός από τους τακτικούς της κυριακάτικης παρέας. ΄Εβαλε τα γυαλιά του και πλησίασε το αγγελτήριο αμίλητος. Σε λίγο άρχισε να διαβάζει μεγαλόφωνα:

«Τον λατρευτό μας σύζυγο, πατέρα, αδελφό, θείο και εξάδελφο Βασίλειο Γεωργίου Δέλγα, θανόντα αιφνιδίως, κηδεύομε σήμερα... Η σύζυγος Χρυσούλα Τα τέκνα: Γεώργιος, Αμαλία. Οι αδελφοί. Οι ανιψιοί. Οι λοιποί συγγενείς».

«Κάτι λείπει από δω!» είπε με φωνή που έτρεμε μόλις τελείωσε το διάβασμα. «Λείπουμε όλοι εμείς! Είναι λάθος το αγγελτήριο!»

Με μια γρήγορη κίνηση το ξεκόλλησε και βγάζοντας το στυλό του συμπλήρωσε: «Οι βαθιά λυπημένοι γείτονες, όλοι οι γείτονες».

Αμέσως το έδωσε στον Μανόλη, τον τυπογράφο, με την εντολή να το ξανατυπώσει διορθωμένο.

Εκείνος το πήρε και, για λόγους τάξεως, πριν το τυπώσει πέρασε από το σπίτι του Βασίλη να πάρει την έγκριση της Χρυσούλας και των παιδιών.

«Ναι Μανόλη, τύπωσέ το. Θα το ήθελε πολύ και ο Βασίλης, αφού η γειτονιά ήτανε η ζωή του. Δεν έχασε μόνο η γειτονιά τον Βασίλη της αλλά και ο Βασίλης τη γειτονιά του».



Ο   ΠΑΠΠΟΥΣ

Δεν είχε το κέφι που είχε άλλες φορές ο κυρ-Αντώνης, την ώρα που, ντυμένος τα θαλασσινά του, γύριζε από το απογευματινό του μπάνιο. Φαινόταν πολύ συγχυσμένος και η Αγγέλα, η ανιψιά του, που το κατάλαβε αμέσως μόλις τον είδε να ζυγώνει στο σπίτι, έφυγε από τη βεράντα και μπήκε στην κουζίνα για να μην τον φέρει σε δύσκολη θέση να της εξηγήσει εκείνη τη στιγμή τι του συμβαίνει.

Πάντα τα πρόσεχε αυτά η Αγγέλα στα τόσα χρόνια που την είχε εκείνος αλλά τον είχε και εκείνη μαζί της.

Στην αρχή την είχε εκείνος. ΄Ηταν κόρη του μεγαλύτερου αδελφού του, του Λάμπη, που πέθανε στην Κατοχή από την πείνα και σε λίγο καιρό τον ακολούθησε και η γυναίκα του, η μητέρα της Αγγέλας, από φυματίωση.

Η Αγγέλα ήταν τότε δύο χρονών και ο θείος της, ο κυρ-Αντώνης, νέος ακόμα, γύρω στα τριανταπέντε, την περιμάζεψε και την πήρε μαζί του στο χωριό, κοντά στη γριά μητέρα του, που κι εκείνη ζούσε μόνη.

Εκεί πέρασαν και οι τρεις μαζί τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, και μετά την απελευθέρωση ο Αντώνης ξαναγύρισε στην Αθήνα και στην παλιά του δουλειά στην Εθνική Τράπεζα. Αφού τακτοποιήθηκε πήρε κοντά του τη μητέρα του και την ανιψιά του.

Καθώς εκείνη μεγάλωνε, την αγαπούσε όλο και περισσότερο και της αφοσιώθηκε τόσο που προτίμησε να μην παντρευτεί.

΄Οταν πέθανε η μητέρα του, η Αγγέλα ήταν πια στα δέκα πέντε της. Με σιγουριά που της την είχε διδάξει η ορφάνια, πήρε πάνω της τις ευθύνες του νοικοκυριού και, με τις γευστικές λιχουδιές που του μαγείρευε και τα καλοσιδερωμένα πουκάμισα που του ετοίμαζε, προσπαθούσε να ανταποδίδει στο θείο της τις καλοσύνες και τις θυσίες, που εκείνος έκανε για χάρη της,.

΄Ηταν τέτοια η φροντίδα της για την εμφάνιση του θείου της που έκανε όλους στην τράπεζα, ακόμα και τους παντρεμένους, να τον ζηλεύουν και να πετάνε και σπόντες πως κάτι τους έκρυβε.

Ο Αντώνης όμως δεν τους έκρυβε τιποτα. Προπαντός δεν τους έκρυβε τη χαρά και την περηφάνια που ένιωθε για την Αγγέλα, καθώς και την αγάπη του γι’ αυτήν που την απέδειξε έμπρακτα όταν, με δική του μεσολάβηση, την πάντρεψε με ένα νεαρό υπάλληλο της τράπεζας, τον Στέφανο Μαυρίδη, προικίζοντάς την καλύτερα και από κόρη του.

Δυο βδομάδες μετά το γάμο του Στέφανου και της Αγγέλας δέχτηκε την πρώτη τους επίσκεψη. Μόλις είχαν γυρίσει από το γαμήλιο ταξίδι και το σπίτι του Αντώνη φωτίστηκε. Τα παράθυρα άνοιξαν και η κουζίνα μοσχοβόλησε καθώς η Αγγέλα, ζωσμένη την ποδιά της, βάλθηκε να ετοιμάσει τους καλύτερους μεζέδες που άρεσαν στο θείο της.

΄Οταν κάθισαν στο τραπέζι ο Αντώνης, στην αρχή γελούσε αλλά σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται σκεφτικός και στο τέλος, όταν είχε πιει και δυο ποτήρια παραπάνω, δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά του. Το κρασί τον είχε προδώσει και του ήταν αδύνατο να κρύψει τον πόνο και το φόβο για τη μοναξιά που τον βάραινε. Κατάλαβε πως είχε προδοθεί αλλά δεν είπε τίποτα.

Μόλις τέλειωσαν το φαγητό, και ενώ η Αγγέλα τακτοποιούσε το τραπέζι, ο Στέφανος τον χτύπησε στην πλάτη και του είπε με έκδηλη τη χαρά στην έκφρασή του:

               «Λοιπόν, θείε, αύριο μετακομίζουμε».

               «Μετακομίζετε; Και πού πάτε; Αφού έχετε δικό σας σπίτι», ρώτησε ξαφνιασμένος.

               «Εννοώ μετακομίζεις εσύ».

               «Εγώ; Και πού πάω;» ξαναρώτησε με περισσότερη περιέργεια τώρα ο Αντώνης.

               «Μαζί μας. Το δωμάτιό σου είναι έτοιμο και σε περιμένει. Δεν σου το είπαμε από την αρχή γιατί θέλαμε να σου κάνουμε έκπληξη».

Ο Αντώνης βούρκωσε. Συγκινημένος τους αγκάλισε και τους δυο και τους φιλούσε συνέχεια.

«Μην κλαις, θείε», τον μάλωσε χαϊδευτικά η Αγγέλα, αφήνοντας το βλέμμα της να τον αγκαλιάσει με όλο το σεβασμό και την αγάπη που ένιωθε γι’ αυτόν. «Σειρά σου και σειρά μου. Εσύ τότε δεν με άφησες στη μοναξιά και στην πείνα. Πώς να σ’ αφήσω τώρα εγώ; Και ύστερα μπορώ να κάνω χωρίς εσένα, αφού συνηθίσαμε μαζί τόσα χρόνια;»

Από εκείνη την ημέρα ο Αντώνης ζούσε κοντά τους και έπαιρνε πάντα μια μερίδα από την ευτυχία του νεαρού ζευγαριού, που του την έδινε με απλοχεριά.

Το μεγαλύτερο όμως κομμάτι το πήρε μόλις απόχτησαν το δεύτερο γιο τους και τον έβγαλαν Αντώνη. Αν τον ρωτούσαν δεν θα δεχόταν και θα τους έλεγε να τον βγάλουν Λάμπη, το όνομα του αδελφού του και πατέρα της Αγγέλας. Αλλά δεν τον ρώτησαν, κάνοντάς του μεγαλύτερη έκπληξη τούτη τη φορά.

Από τότε είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Πέταγε στα ουράνια από τη χαρά του.

Είχε όμως μια αδυναμία: δεν ήθελε να συμβιβαστεί με το χρόνο. Είχε περάσει τα εβδομήντα αλλά του άρεσε να κάνει το παιδί. ΄Εβαφε προσεκτικά τα μαλλιά του, ντυνόταν μοντέρνα και συνήθιζε να μιλά για νεανικές περιπέτειες.

Ο Στέφανος και η Αγγέλα σέβονταν αυτή την αδυναμία του και είχαν μάθει τα παιδιά τους να τον φωνάζουν θείο και όχι παππού, όπως θα το ήθελαν πάρα πολύ, μιας και δεν είχαν παππού, αφού και του Στέφανου και της Αγγέλας οι γονείς είχαν πεθάνει πριν από το γάμο τους. ΄Ιδιαίτερα ο μικρός Αντωνάκης ζήλευε τα άλλα παιδιά της γειτονιάς που είχαν παππούδες και παραπονιόταν στους γονείς του που εκείνος δεν είχε.

΄Ακεφος μόλις μπήκε στο σπίτι ο Αντώνης, τράβηξε κατευθείαν στο δωμάτιό του.

΄Ανοιξε τη ντουλάπα και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Κοιταζόταν και μονολογούσε:

«΄Ακου “παλιόγερος” εγώ! Σα δεν ντρέπονται οι τεντιμπόιδες! Σεβάστηκα τη θέση μου αλλιώς θα του άστραφτα δυο χαστούκια να του δείξω ποιος είναι “παλιόγερος”. Σα δεν ντρέπονται!»

Μονολογούσε και τη σκέψη του την είχε συνέχεια στο επεισόδιο που έγινε πριν από λίγο στην παραλία: Kαθώς έβγαινε από το νερό, σκόνταψε πάνω του ένας νεαρός που έπαιζε τένις και έπεσε στην άμμο. Την ώρα που σηκωνόταν, πέταξε στον Αντώνη μια βρισιά που δεν την άκουσε καλά. ΄Ακουσε όμως τη λέξη “παλιόγερε” που τη συνόδευε.

Παραξενεύτηκε. Κοίταξε γύρω του αλλά μόνο γυναίκες και νεαροί ήταν εκείνη τη στιγμή εκεί γύρω. Ο μεγαλύτερος ήταν εκείνος.

Κατάλαβε πως η βρισιά του νεαρού απευθυνόταν σ’ αυτόν αλλά δεν μίλησε. Περιορίστηκε μόνο, μονολογώντας σιγανά, να εκφράσει τη λύπη του για την καινούργια γενιά και το κατάντημά της.

Για μια στιγμή, καθώς στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, είδε τις ασπρισμένες ρίζες στα βαμμένα μαλλιά του που είχαν αρχίσει να προβάλλουν με αναίδεια.

«Πρέπει αύριο να πάω στο κομμωτήριο», μονολόγησε, «άρχισαν να φαίνονται τα άσπρα μαλλιά μου».

Πριν τελειώσει το μονόλογό του, η σκέψη του ξαναπήγε στο επεισόδιο της παραλίας και του ξανάφερε στη μνήμη και στην ακοή τη φωνή του άξεστου νεαρού: “παλιόγερε”.

«Καλά τα άλλα εκείνο το “παλιό” τι το ήθελε; Μπορεί να είμαι γέρος αλλά “παλιό” δεν είμαι», σκεφτόταν, χαϊδεύοντας απαλά τις άσπρες τρίχες στο κεφάλι του σαν να προσπαθούσε να διαπιστώσει αν στ’ αλήθεια είναι άσπρες.

΄Ηταν τόσο αφοσιωμένος στα μαλλιά του που δεν πρόσεξε το μικρό Αντωνάκη καθώς έμπαινε φουριόζος.

«Θείε, σου έφερα την εφημερίδα», του είπε σκερτσόζικα και κρεμάστηκε στο λαιμό του για το καθιερωμένο φιλί.

Ο Αντώνης έκλεισε τη ντουλάπα, έβαλε την εφημερίδα στο τραπέζι χωρίς να την κοιτάξει καν, κάθισε στην πολυθρόνα και πήρε τον μικρό στα γόνατά του.

«Ποιος είμαι εγώ, Αντωνάκη;» ρώτησε.

«Ο θείος», του είπε με ναζιάρικο ύφος.

Εκείνος έμεινε για λίγο ακίνητος και σκεφτικός. ΄Υστερα πήρε τον μικρό πιο κοντά του, τον έσφιξε στην αγκαλιά του και του είπε σοβαρά:

«΄Οχι, Αντωνάκη, δεν είμαι ο θείος. Είμαι ο παππούς. Είμαι ο παππούς ο Αντώ-νης. ΄Ετσι να με φωνάζετε από δω και μπρος και εσύ και ο αδελφός σου».

Ο μικρός τον κοίταξε σαστισμένος. Κάτι πήγε να πει αλλά τον διέκοψε ο Αντώνης που, αδιαφορώντας για το ξάφνιασμά του, συνέχισε:

«Για πες με παππού να σ’ ακούσω».

«Παππού, παππούλη, παππουλάκι», φώναξε εκείνος και ρίχτηκε στην αγκαλιά του Αντώνη, που δακρυσμένος τον χάιδευε και τον φιλούσε ακούγοντας λαίμαργα την παιδική φωνούλα, που είχε μέσα της τόση γλύκα όση δεν είχε αισθανθεί ποτέ του.

΄Ακουγε και μονολογούσε:

«Τι έχασα τόσον καιρό!»

Ξαφνικά ο μικρός γλίστρησε από την αγκαλιά του, έτρεξε στη βεράντα και με όλη του τη δύναμη φώναξε στο συνομήλικό του που έμενε στο διπλανό σπίτι:

«Κωστάκη, έχω κι εγώ παππού!»

Η Αγγέλα, που ήταν στην κουζίνα, έτρε- ξε στη βεράντα, τον μάλωσε και του είπε να

μπει γρήγορα μέσα, τρέμοντας μήπως τον ακούσει ο θείος της. Την πρόλαβε όμως εκείνος:

«΄Αστον, παιδί μου», της είπε χαμογε-λώντας. «΄Αστον να το πει να το φχαριστηθεί κι εκείνος κι εγώ που τον ακούω. Καλύτερα “παππούς” παρά “παλιόγερος”».


ΠΑΤΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΥ

Δεν μπόρεσα και σήμερα να από-φύγω τη διαδρομή μου που είναι ίδια εδώ και χρόνια. ΄Ιδια διαδρομή και ίδια στάση: στη γωνία Πατησίων και Σατωβριάνδου. Σήμερα όμως κάτι έχει αλλάξει: λείπει από τη γωνιά του ο καστανάς. Η φουφού του είναι κλειστή και πάνω της σκεπασμένη με νάιλον και δεμένη με την αλυσίδα η παλιά ψάθινη καρέκλα.

Παραξενεμένος από την ασυνήθιστη απουσία αλλά και ανήσυχος κάπως, ρώτησα τον περιπτερά στην απέναντι γωνία:

«Τι έγινε ο μπάρμπα-Γιάννης; Βλέπω είναι κλειστό το μαγαζί».

«Δεν τα ‘μαθες; Μας άφησε χρόνους. Πέθανε χθες το βράδυ στο Ιπποκράτειο. Θεός σχωρές τον. Πάντως τα είχε τα χρονάκια του: ΄Ηταν καιρός που είχε πιάσει τα ογδόντα».

Συνέχιζε να λέει κι άλλα ο Περιπτεράς αλλά εγώ δεν άκουγα. Η σκέψη μου είχε γυρίσει δεκάδες χρόνια πίσω.

Ηταν βράδυ, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1953. Το κρύο τσουχτερό και έριχνε χιονόβροχο. ΄Ημουν με κοντά παντελόνια και χωρίς πανωφόρι στη γωνία Πατησίων και Σατωβριάνδου. Ερχόμουν με τα πόδια από το Παγκράτι, που δούλευα στο περίπτερο ενός θείου μου. Μόλις έφτασα σ’ εκείνο το σημείο με πήρε η λαύρα από τη φουφού και η μυρωδιά από τα ψημένα κάστανα. Εκείνη η μυρωδιά ήταν τόσο ερεθιστική που μ’ έκαμε να ξεχάσω το κρύο και το χιονόβροχο. Ασυναίσθητα έβαλα το χέρι στην τσέπη μου και έβγαλα από μέσα τρία χαρτονομίσματα, ένα χιλιάρικο και δύο κατοστάρικα της εποχής εκείνης. ΄Ηταν ακριβώς το αντίτιμο του εισιτηρίου για το Χαλάνδρι όπου έμενα. Τα κρατούσα στο ένα χέρι και με το άλλο έψαχνα τις άλλες μου τσέπες. Ψαχνόμουν απλά για να ξεγελάσω τον εαυτό μου. ΄Ηθελα να πιστέψω πως λησμόνησα να πάρω χρήμα-τα και γι’ αυτό δεν τρώω κάστανα. ΄Ισως το έκανα και για τους περαστικούς, που νόμιζα πως είχαν καρφωμένα τα μάτια τους πάνω μου.

Καθώς όμως έψαχνα και το χέρι μου δεν έβρισκε τίποτε, αισθανόμουν τη μύτη και το στομάχι μου να διαμαρτύρονται έντονα. Κάποια στιγμή πήρα την ηρωική απόφαση να δώσω το χιλιάρικο και ν’ αγοράσω κάστανα αλλά την ανακάλεσα αμέσως σαν σκέφτηκα τα χιλιόμετρα της διαδρομής που θα αναγκαζόμουν να κάνω με τα πόδια. ΄Ετσι συνέχιζα να κοιτάζω τη φουφού και να οσφραίνομαι τα ξεροψημένα κάστανα. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω πεθυμήσει κάτι περισσότερο από εκείνα τα κάστανα

Τα πόδια μου είχαν παγώσει και είχα αρχίσει να τρέμω καθώς το χιονόβροχο με μαστίγωνε, αλλά δεν το κουνούσα από εκεί. Στεκόμουν και έβλεπα με θαυμασμό και ζήλια όσους από τους περαστικούς, τυλιγμένοι στα παλτά τους, σταματούσαν και αγόραζαν κάστανα. Κοίταζα τόσο επίμονα που τα μάτια μου θάμπωσαν από το φως της ασετιλίνης.

Για μια στιγμή είδα τον καστανά να με κοιτάζει επιτιμητικά αλλά πήρε το βλέμμα του από πάνω μου όταν ένας πελάτης πλησίασε τη φουφού. Αυτό επαναλήφθηκε δυο-τρεις φορές και σκέφτηκα να φύγω όταν ξαφνικά τον είδα να γεμίζει ένα χωνί από εφημερίδα με κάστανα και να μου το βάζει στο χέρι μαζί με τέσσερα χιλιάρικα.

«Τάλιρο δε μου ‘δωσες;» με ρώτησε, και χωρίς να περιμένει απάντηση γέμισε άλλο χωνί για έναν νεαρό που ήρθε στο μεταξύ.

Σάστισα και δεν είπα τίποτα. Ασυναίσθητα έβαλα στο στόμα μου ένα κάστανο. Η γλύκα του και η νοστιμιά του έμειναν μόνιμα από τότε στη γλώσσα μου.

Οταν έφτασα στην αφετηρία των λεωφορείων είχα φάει και το τελευταίο. Πέταξα το άδειο χωνί και ξαναείδα, καθαρότερα τώρα, στο χέρι μου τα τέσσερα χιλιάρικα. ΄Αρχισα να ιδρώνω από αγωνία. Σκέφτηκα να γυρίσω πίσω και να επιστρέψω τα χρήματα, αλλά είχα φάει τα κάστανα και, αν τα πλήρωνα, θα έπρεπε να πάω στο Χαλάνδρι με τα πόδια και με τέτοιο κρύο.

Μπήκα στο λεωφορείο και κάθισα στο πρώτο κάθισμα που βρήκα μπροστά μου, κρατώντας στο χέρι μου τα τέσσερα χιλιάρικα.

Δεν είχα πιάσει ακόμα τα δεκαπέντε, αλλά μπορούσα να σκέφτομαι και να προβληματίζομαι.

΄Ενιωθα ενοχή και θεωρούσα τον εαυτό μου κλέφτη, γιατί πίστευα πως ο καστανάς από λάθος μου έδωσε τα κάστανα και τα τέσσερα χιλιάρικα ρέστα. Κάποια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα μήπως το έκανε επίτηδες αλλά την έδιωξα αμέσως. Δεν την άντεχα, δεν ήθελα να παραδεχτώ πως είχα όψη ζητιάνου, πως ήμουν άξιος ελεημοσύνης. ΄Οχι, όχι, αυτό ήταν αδιανόητο.

«Τότε είσαι κλέφτης!» μου έλεγε κάποια φωνή μέσα μου.

«Και αυτό είναι αδιανόητο», απαντούσα στον εαυτό μου. «Απλά έγινε ένα λάθος. Αύριο θα περάσω να του δώσω τα χρήματα. Χαρά στο πράμα, για πέντε ψωροχιλιάδες!»

Μ’ αυτές τις σκέψεις καλμάρισα τις ενο-χές μου και κατάφερα να κοιμηθώ. Το πρωί ξύπνησα νωρίτερα από τις άλλες μέρες, πήγα στο περίπτερο και το μυαλό μου ήταν στην ώρα που θα σχόλαγα. ΄Ηθελα να πάω το γρηγορότερο Πατησίων και Σατωβριάνδου, να δώσω το τάλιρο στον καστανά.

΄Οταν ήρθε ο θείος μου να με αντικαταστήσει, του ζήτησα ένα τάλιρο. Το πήρα και έφυγα αμέσως. Βιαζόμουν πολύ, ήθελα να ξαλαφρώσω από το ασήκωτο βάρος του πεντοχίλιαρου.

«Ένα χιλιάρικο χοντρά», είπα επιστρατεύοντας κάθε ικμάδα δύναμης που είχα και ταυτόχρονα έδωσα το τάλιρο στον καστανά που, χωρίς να με κοιτάξει, άρχισε να βάζει τα κάστανα στο χωνί. Περίμενα να τα πάρω έτοιμος να του πω να κρατήσει τα ρέστα για το χθεσινό λάθος. Μόλις όμως μου έδωσε το χωνί στο χέρι, έφυγα σαν κυνηγημένος, αδιαφορών-τας για τη φωνή του: «Μικρέ τα ρέστα σου, μικρέ τα ρέστα σου!»

Την άλλη μέρα βρέθηκα πάλι Πατησίων και Σατωβριάνδου. Στάθηκα για λίγο και κοίταξα τον καστανά αλλά δεν πλησίασα. Ξαναπέρασα ύστερα από μια βδομάδα.

«Ένα χιλιάρικο χοντρά, παρακαλώ», είπα, βέβαιος πως δεν με γνώριζε, αφού φόραγα μακρύ παντελόνι και σκουφάκι στο κεφάλι. Πήρα το χωνί με τα κάστανα και του έδωσα δύο χιλιάρικα διπλωμένα προσεχτικά ώστε να φαίνονται ένα.

΄Ετσι πάτσισα το τάλιρο και ξαλάφρωσα. Συνέχισα όμως να περνώ τακτικά από Πατησίων και Σατωβριάνδου. Μόνο από εκεί αγόραζα κάστανα. Και καθώς με τον καιρό μπορούσα να λέω «Κράτα τα ρέστα, μπάρμπα-Γιάννη», ένιωθα μέσα μου μια απερίγραπτη και απροσδιόριστη ικανοποίηση.

Αυτό γινόταν τακτικά και για κάποιο διάστημα σχεδόν κάθε μέρα. Πολλές φορές σκέφτηκα να ρωτήσω τον μπάρμπα-Γιάννη για εκείνη την ιστορία αλλά δεν το έκανα. ΄Αλλοτε έβρισκα δικαιολογία ότι δεν μπορεί να θυμάται ύστερα από τόσα χρόνια και άλλοτε κάτι άλλο, και έτσι περιοριζόμουν στην ικανοποίηση που ένιωθα όταν του έλεγα να κρατήσει τα ρέστα. Και εκείνος χαιρόταν που με έβλεπε και είμαι σίγουρος ότι δεν χαιρόταν μόνο για τα ρέστα, όπως είμαι σίγουρος ότι δεν ήξερε και το λόγο που του τα άφηνα. Αλλά μήπως ήξερα εγώ;

Στον εαυτό μου βέβαια, όταν αναρωτιόμουν, έλεγα κάτι. ΄Αλλοτε πως το κάνω για τιμωρία, επειδή τότε πήρα τα κάστανα και τα ρέστα. ΄Αλλοτε πως ήταν μια ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη χειρονομία του καστανά. Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που, καθώς έλεγα «Κράτα τα ρέστα», έπιασα τον εαυτό μου

να ηδονίζεται, θεωρώντας την ενέργεια αυτή ανταπόδοση στην ταπείνωση που δέχτηκα τότε με τη χειρονομία ελεημοσύνης, αφού, παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν, δεν μπόρεσα να μάθω αν το έκαμε επίτηδες ή κατά λάθος. Ούτε πρόκειται να μάθω, αφού ο μπάρμπα-Γιάννης «μας άφησε χρόνους», όπως μου είπε ο περιπτεράς.

΄Οταν συνήλθα, βρισκόμουν ακόμα μπροστά στο περίπτερο. Δεν ξέρω πόση ώρα είχα μείνει εκεί, αλλά πρέπει να ήταν αρκετή κρίνοντας από το παραξενεμένο βλέμμα του περιπτερά. Στο χέρι μου κράταγα ακόμα το χαρτονόμισμα που είχα για να πάρω κάστανα και να πω στον μπάρμπα-Γιάννη να κρατήσει τα ρέστα. Το κοίταξα αναποφάσιστος. Κοίταξα και στην απέναντι γωνιά. Εκεί είδα την κλειστή

φουφού και πάνω της την καρέκλα δεμένη με την αλυσίδα. Τα μάτια μου βούρκωσαν και τα πόδια μου ξεκίνησαν μόνα τους και με πήγαιναν στη φουφού. Μόλις έφτασα, έγιναν μολύβια και κόλλησαν στην ίδια ακριβώς θέση: Πατησίων και Σατωβριάνδου, μπροστά στη φουφού του καστανά, όπως πριν από τόσα χρόνια. ΄Απλωσα το χέρι μου και ακούμπησα το χαρτονόμισμα πάνω στην κλειστή φουφού.

«Κράτα τα όλα, μπάρμπα-Γιάννη», είπα ψιθυριστά και έφυγα δακρυσμένος και σκεφτικός προς την πλατεία Κάνιγγος.

Η ΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΧΕΙΜΑΔΙΟ

΄Ημουνα πια «κοτζάμ άντρας»! Είχα κλείσει τα εφτά και περπάταγα στα οχτώ. Μου το ‘λεγε ταχτικά η γιαγιά μου όταν με μάλωνε σαν έκανα καμιά ζημιά: «Δε ντρέπεσαι οχτώ χρονώνε άντρας να γκαγκουλιέσαι[2] και να μη μπορείς να κάμεις μιας πεντάρας δουλειά σωστή;»

Εγώ την άκουγα και έκανα πως στενοχωριόμουν. Στο βάθος όμως χαιρόμουν, γατί λογάριαζα: «Αφού πια είμαι κοτζάμ άντρας, όπως λέει η γιαγιά, τότε μπορώ να κάνω και πράγματα μόνος μου!» Και ήσαν πολλά εκείνα που ήθελα να κάνω, αλλά οι γονείς μου δεν μου επέτρεπαν λόγω ηλικίας και με παρηγορούσαν με την αναβλητική φράση: «΄Αμα τρανήνεις».

Αυτή την επιθυμία μου την είπα στους γονείς μου και τους ζήτησα, αφού πια ήμουν «κοτζάμ άντρας», να μου επιτρέψουν να πάω στο χειμαδιό, που ήταν ο θείος μου ο Θοδωρής με τα γιδοπρόβατα, για να του πάω φαγητό και να μείνω το βράδυ μαζί του.

Είχα πάει κι άλλες φορές στο χειμαδιό αλλά πάντα με παρέα. Μόνος μου θα πήγαινα για πρώτη φορά, και η χαρά μου ήταν διπλή γιατί θα πήγαινα καβάλα στον Κρίτσικα, το αγαπημένο μου μικρό γαϊδουράκι.

Στην αρχή οι γονείς μου είχαν αντίρρηση, επειδή ο Κρίτσικας ήταν ζωηρό γαϊδούρι και τα δικά μου πειράγματα τον έκαναν ζωηρότερο. Υποχώρησαν όμως όταν εγώ τους πρόβαλα τη γνωμάτευση της γιαγιάς, πως είμαι πια «κοτζάμ άντρας!» Και πρώτη εκείνη άρχισε να με ετοιμάζει γι’ αυτό το παρθενικό μου ταξίδι.

΄Εχω ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα και αρκετές φορές στο εξωτερικό, κανένα όμως ταξίδι δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη γοητεία εκείνου του πρώτου μου ταξιδιού. Τα εκατοντάδες χιλιόμετρα των άλλων μου ταξιδιών μοιάζουν βήματα μπροστά στα δύο-τρία χιλιόμετρα εκείνου. Τα αυτοκίνητα, τα τρένα, τα πλοία και τα αεροπλάνα, που χρησιμοποίησα στα άλλα ταξίδια μου, δεν έχουν κατορθώσει να σβήσουν από τη θύμησή μου την ικανοποίηση που ένιωσα όταν καβαλίκεψα στο σαμάρι του Κρίτσικα και πήρα στα χέρια μου το σκοινί της καπιστριάνας[3]

Ο πατέρας μου έκανε την τελευταία επιθεώρηση στο σαμάρι, έσφιξε την ίγκλα[4], στερέωσε καλά τα σακούλια στα κολιτσάκια[5] και, αφού μου τόνισε αυστηρά να μην το τρέχω το γαϊδούρι, με άφησε να φύγω.

Πριν ξεμακρύνω, μου είπε άμα πλησιάσω στο γρέκι[6] να σφυρίξω στον θείο μου να πιάσει τα σκυλιά, μήπως δεν με γνωρίσουν και με δαγκώσουν. Εγώ είπα ναι, αλλά δεν το ‘βαλα στο νου μου, γιατί ήμουν σίγουρος ότι τα σκυλιά μας, ο Μούργος και ο Αρκούδης, με γνώριζαν και με αγάπαγαν κιόλας.

Καθώς κατηφόριζα κατά τα χειμαδιά, απολάμβανα τις νιφάδες του χιονιού που άρχισαν να πέφτουν, στην αρχή αριά και στη συνέχεια πυκνότερες. Αισθανόμουν προστατευμένος από το κρύο, γιατί η μάνα μου και η γιαγιά μου είχαν φροντίσει να με ντύσουν καλά.

Οταν αντίκρισα το γρέκι, θυμήθηκα τη συμβουλή του πατέρα μου για τα σκυλιά, αλλά δεν πρόλαβα να την τηρήσω γιατί εκείνα με αντιληφτήκανε από μακριά και έτρεξαν να μεπροϋπαντήσουν με πολύ φιλική διάθεση.

Μόλις ήρθαν κοντά μου, κατέβηκα από τον Κρίτσικα και άρχισα να παίζω μαζί τους, ικανοποιημένος και περήφανος που όχι μόνο με γνώρισαν αλλά μου εκδήλωσαν και μεγάλη φιλία, δείχνοντας πως με θεωρούν κι εμένα αφεντικό. Επιβραβεύοντας αυτή τους τη συμπεριφορά, έβγαλα από το σακούλι το ψωμί, το έκοψα και έδωσα από ένα μικρό κομμάτι στο καθένα.

Ο θείος μου, όταν με είδε, έδειξε αμέσως την έκπληξη αλλά και τη χαρά του για την επίσκεψή μου και αμέσως άρχισε τις περιποιήσεις:

Εβαλε μπροστά μου ένα μικρό καλάθι γεμάτο κούμαρα και εγώ γοητεύτηκα όχι τόσο από τη γεύση τους όσο από το ροδοκόκκινο χρώμα τους που, έτσι καθώς πρόβαλλε, έδειχνε σαν να προκαλούσε τη μουντάδα του Χειμώνα. Στη συνέχεια, αφού μου έφτιαξε ένα ζεστό με αρωματικό φασκόμηλο και μου το γλύκανε με μπόλικο πετιμέζι, μου είπε να μείνω

στη χαμοκέλα[7] και πήγε να τακτοποιήσει τα γιδοπρόβατα γιατί είχε αρχίσει να νυχτώνει. Εγώ ήθελα να πάω μαζί του, αλλά δεν με άφησε λόγω του κρύου και, για να με πείσει να μείνω, μου είπε πως όσο θα έλειπε θα είχα για συντροφιά το Μούργο και τον Αρκούδη.

Εκείνοι, λες και ήσαν στο κόλπο, μόλις τους φώναξα, έτρεξαν   και ξάπλωσαν δίπλα μου στο παραγώνι, ο ένας δεξιά μου ο άλλος αριστερά μου και άρχισαν να με χαϊδεύουν και να με ζεσταίνουν με τα χνώτα τους σαν να ήθελαν να μου ανταποδώσουν το φίλεμα που τους έκανα μόλις με συνάντησαν.

΄Εξω έκανε πολύ κρύο αλλά μέσα στη χαμοκέλα ήτανε χαρά Θεού. Δυο μεγάλα πουρναρίσια κούτσουρα που έκαιγαν στο τζάκι απομάκρυναν κάθε ιδέα ψύχρας.

Καθώς περίμενα, ευτυχισμένος ανάμεσα στους δυο φίλους μου και απέναντι στο φιλό-ξενο τζάκι που με φίλευε πλούσια τη ζεστασιά του, είχα την ευκαιρία να ακούω τον θείο μου που τακτοποιούσε τα σφαχτά.[8]

΄Εχω ζωντανή στη μνήμη μου τη συζήτηση που έκανε μαζί τους. Ακόμα έρχον-ται φωνογραφικά στα αυτιά μου οι φράσεις του:

«Ελα Λιόπρα, μπράβο κοπέλα μου, από δω Μούσκα. Μπράβο Κόρμπα μου. Δεκέβρης ακόμα και ζεματίστηκες. Σιγά Μπαρτζούλα, μην τσιτώνεσαι, θα στα φέρω τα παιδιά σου. Εσύ, ρε Γκιοσά, που την έκοψες τη μυταριά[9] σου;

Ετσι καθώς τον άκουγα, αναγάλλιαζε η ψυχή μου. Μιλούσε στα γίδια του σαν σε παιδιά του και όχι επειδή δεν είχε παιδιά, γιατί και όταν απόχτησε, ίδια μίλαγε στα ζωντανά του. ΄Οταν αργότερα στο σχολείο, μάθαμε ότι ο Θεός έφερε τα ζώα στον Αδάμ για να τους δώσει ονόματα, αμέσως θυμήθηκα εκείνη τη συνομιλία του θείου μου με τα γίδια του και τα ονόματά τους και τον ταύτισα με τον Αδάμ πριν από την παράβαση της Θεϊκής εντολής.

Σε λίγο ο θείος μου γύρισε αλλά δεν ήταν μόνος. Είχε συντροφιά. ΄Εφερνε μαζί του μια όμορφη κατσίκα, την Κούκια και, όπως μου εξήγησε, θα την κράταγε τη νύχτα μέσα, επειδή ήτανε «ώτοιμη»[10] και «πρωτάρα», και φοβόταν να την αφήσει να γεννήσει μόνη στο μαντρί.

΄Ετσι έκανε πάντα με τις πρωτάρες. Τους είχε μάλιστα φτιάξει και ειδική θέση στο κάτω μέρος της χαμοκέλας.

Εγώ χάρηκα πολύ για την πρωτότυπη συγκατοίκηση, αλλά περισσότερο για την ευκαιρία που θα είχα να παραβρεθώ στη γέννα μιας κατσίκας αφού, κατά την άποψη του θείου μου, που δε λάθευε σε τέτοιες προγνώσεις, μέχρι το πρωί θα είχε γεννούσε και μάλλον θα διπλάριζε.[11]

Ο θείος μου τάισε τους σκύλους και τους έβγαλε έξω να αναλάβουν υπηρεσία. Εκείνοι

ανταποκρίθηκαν αμέσως και άρχισαν περιπολία γύρω από το μαντρί δηλώνοντας κάθε τόσομε τα γαυγίσματά τους το «Παρών» της σιγουριάς.

Σε λίγο, αφού όλα ήσαν τακτοποιημένα, καθήσαμε κι εμείς να φάμε μπροστά στο τζάκι. ΄Ενα πανέρι γυρισμένο ανάποδα, σκεπασμένο με ένα καρό τραπεζομάντιλο έκανε χρέη τραπε-ζαρίας και οι   χυλοπίτες που είχα φέρει από το χωριό ήσαν νόστιμο και χορταστικό δείπνο.

Εκεί, κάτω από το φως του λαδολύ-χναρου, που κρεμόταν στην άκρη του τζακιού, μπορούσα να παρατηρώ τον θείο μου και την ευτυχία στο πρόσωπό του, ιδιαίτερα όταν έφερνε στο στόμα του το μπουκάλι και απόλάμβανε το σπιτικό κοκκινέλι ρουφηχτά.

Παρά τις συστάσεις του να ξαπλώσω, εγώ δεν είχα διάθεση για κάτι τέτοιο. ΄Οταν μάλιστα άκουγα την Κούκια να βελάζει, δείγμα πως πλησιάζει η γέννα, τα μάτια μου γίνονταν γαρίδα. Γύρω στα μεσάνυχτα η Κούκια άρχισε να στριφογυρίζει στη γωνιά της και σε λίγο έγειρε και ξάπλωσε.

«Γεννάει!» είπε ο θείος μου και έτρεξε κοντά της. ΄Ετρεξα κι εγώ και παρακολουθού-σα με κατάνυξη τη διαδικασία του τοκετού.

΄Ηταν κάτι το καταπληκτικό που είναι αδύνατο να περιγραφτεί, χωρίς να μικρύνει το μεγαλείο του, αφού αναγκαστικά θα μεταφερθεί στις ανθρώπινες διαστάσεις, ενώ αυτό είναι έξω από τα ανθρώπινα.

Η Κούκια βογκούσε όλο και πιο συχνά και ο θείος μου τη χάιδευε. Τη χάιδευε και της μιλούσε. Της μιλούσε με τέτοια στοργή που εκείνη έδειχνε πως καταλάβαινε τι της έλεγε. Εγώ δεν μιλούσα. Μονάχα έβλεπα. ΄Εβλεπα και άκουγα. ΄Ακουγα την Κούκια να βογκάει και να βελάζει και τον θείο μου να την ενισχύει με γλυκόλογα:

«΄Ελα κοπέλα μου, αγάντα και τελειώσαμε. Νάτο έρχεται, έρχεται καλά. Μπράβο Κούκια μου, τανίσου λιγούλι ακόμα. ΄Ετσι μπράβο…»

Σε λίγο η Κούκια με ένα παρατεταμένο «μπεεε…» έδειξε πως άκουσε τη συμβουλή του. Αμέσως ο θείος μου έπιασε με το χέρι του και τράβηξε έξω το μικρό κατσικάκι.

«΄Ηρθε το πρώτο!» είπε θριαμβευτικά, κρατώντας από τα μπροστινά πόδια ένα κατσι-κάκι μουσκεμένο από τα υγρά της γέννας, που με ένα αδύναμο «μπεεε», σημείωνε την παρουσία του στη ζωή, αυξάνοντας την ευτυχία του θείου μου αλλά και τη δική μου χαρά.

«΄Εχει κι άλλο»; ρώτησα περίεργος.

«΄Ετσι νομίζω», μου απάντησε κάπως επιφυλακτικά και αμέσως έδωσε το κατσικάκι στη μάνα του, που άρχισε γλείφοντάς το να το καθαρίζει από τα υγρά.

Εγώ συνέχιζα να βλέπω. Κοίταζα μια την Κούκια και μια το κατσικάκι της. Ο θείος μου ψαχούλευε την κοιλιά της, να διαπιστώσει αν «έρχεται» κι άλλο κατσίκι.

«Δεν έχει άλλο», μου είπε κάπως απογοητευμένος αλλά και με μια δόση ικανο-ποίησης για το τέλος της γέννας. «΄Ητανε πρωτόγεννη και λιγόκορμη», παρατήρησε, θέλοντας να δικαιολογήσει την Κούκια επειδή διέψευσε τις προσδοκίες του και δεν διπλάρισε. «Πάντως του χρόνου θα διπλαρίσει όπωσδήποτε», συνέχισε. «΄Ετσι και η μάνα της. Στην πρώτη γέννα ένα έκαμε, αλλά στερνά κάθε χρόνο διπλάριζε».

Στο μεταξύ η Κούκια είχε τελειώσει το καθάρισμα του κατσικιού και εκείνο σιγοβελάζοντας προσπαθούσε να ποδοστατήσει Ο θείος μου το ξαναπήρε στα χέρια του, το ψαχούλεψε και χαϊδεύοντάς το στοργικά μου είπε:

«Πάμε για προκοπή! Θηλυκό είναι! Κατσικάδα και κλαπαύτα.[12] Αν βγει και καλαμοβύζα[13] σαν τη μάνα της…».

«Πώς θα την πούμε, θείε»; τον ρώτησα.

«΄Οπως θέλεις εσύ! Να την ονοματίσεις ατός σου».

Εγώ αμέσως σοβαρεύτηκα. Πήρα ύφος Αδάμ και άρχισα να περιεργάζομαι την κατσικάδα, στύβοντας το μυαλό μου για να βρω όνομα που να της ταιριάζει, ενώ εκείνη, αδιαφορώντας για τις δικές μου έννοιες, είχε αρχίσει να θηλάζει και η μάνα της έδειχνε τη στοργή και την ικανοποίησή της γλείφοντάς την στην ουρά και μ’ ένα γλυκό μουρμουρητό, την οδηγούσε στην πρώτη της επαφή με το φαγητό.

«Ρουσούλα»! Φώναξα ικανοποιημένος και το είπα τόσο δυνατά που η κατσικάδα σταμάτησε να θηλάζει.

«Καλό είναι και της ταιριάζει», μου είπε με συγκατάβαση, ενώ εγώ άρχιζα να τη φωνάζω με το όνομά της: «Ρουσούλα μου, Ρουσούλα μου». Και εκείνη λες και καταλάβαινε κουνούσε προς το μέρος μου την ουρά της.

Ο θείος μου πήρε μια τέσσα[14] και άρμεξε την Κούκια. Διαμαρτυρήθηκα, επειδή δεν ήθελα να στερήσει το γάλα από τη Ρουσούλα, αλλά με καθησύχασε λέγοντάς μου ότι το γάλα είναι αρκετό και ότι έπρεπε να την αρμέξει για να μαλακώσει το μαστάρι της.

΄Επιασε κάπου μισή τέσσα γάλα. «Κόλλα»[15] το είπε. Τούτο ήταν πραγματικά πρωτόγαλο. ΄Ηταν πρώτο μετά τη γέννα και πρώτο άρμεγμα της Κούκιας.

Υστερα πήρε ένα τουλπάνι και σούρωσε το γάλα στην κατσαρόλα. ΄Εριξε μέσα κι άλλο από τις άλλες γίδες, για να το αραιώσει, και το έβαλε στη φωτιά. Σε λίγο, ενώ κόντευε πια να ξημερώσει, απολάμβανα το νοστιμότερο πρωϊνό: γαλόστρα[16] από το γάλα της Κούκιας. Από το ίδιο γάλα που έπινε η Ρουσούλα.

Το πρωί ο θείος μου με ετοίμασε για την επιστροφή. ΄Αρμεξε τις γίδες, και το γάλα της Κούκιας το έβαλε σε χωριστό μπουκάλι, επειδή ήτανε «κόλλα», για να μου φτιάξουν κι άλλη γαλόστρα στο σπίτι. Εγώ όμως δεν έλεγα να ξεκολλήσω από τη Ρουσούλα. Την πήρα στην αγκαλιά μου, τη χάιδευα και εκείνη λούφαζε στον κόρφο μου σα μωρό παιδί.

Μόνο η μάνα της έδειχνε να διαμαρτύ-ρεται αλλά και εκείνη όχι έντονα. Τότε ο θείος μου με ξάφνιασε:

«Η Ρουσούλα είναι δική σου», μου είπε γελώντας κάτω από το μαύρο μουστάκι του.  

Εγώ   δεν απάντησα. Μόνο έσφιξα τη Ρουσούλα πιο πολύ στην αγκαλιά μου και έσκυψα και τη φίλησα. ΄Οταν έφευγα από το γρέκι άκουγα την Κούκια και τη Ρουσούλα να βελάζουν σαν να με χαιρετούσαν ενώ ο Μούργος και ο Αρκούδης σαν τιμητική φρουρά με συνόδευαν σε αρκετή απόσταση.

Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόμουν τη Ρουσούλα. Τη δική μου Ρουσούλα. Την πρώτη μου ιδιοκτησία. Σκεφτόμουν και τη γέννα της. Τη γέννα στο χειμαδιό. Το πρώτο βέλασμά της σαν χαιρετισμό στη ζωή. Το σκέφτομαι ακόμα.



ΣΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟΝ «Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ»

Χρόνια τώρα, κάθε φορά που επισκέπτομαι τη Θεσσαλονίκη προτιμώ να μένω σε κάποιο από τα ξενοδοχεία της περιοχής του Βαρδάρη, στην Εγναντία και στη Μοναστη-ρίου. ΄Ενας λόγος είναι ότι είναι κοντά ο σταθμός του τραίνου και προτιμώ τα σιδηροδρομικά ταξίδια, αφού στη διάρκειά τους έχω την ευκαιρία να απολαμβάνω τη διαδρομή ή το διάβασμα κάποιου βιβλίου. Ακόμα προτιμώ αυτή την περιοχή επειδή και οι δουλειές μου βρίσκονται εκεί και διευκολύνομαι.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος, που δεν τον έχω εκφράσει σε κανέναν, χωρίς να είναι ενοχοποιητικός ή ύποπτος. ΄Ενας λόγος εντελώς προσωπικός που ανήκει στη σφαίρα του ρομαντισμού και της νοσταλγίας:

Είναι ένα σαγματοποιείο, και συγκεκρι-μένα το «Σαγματοποιείον Η Ειλικρίνεια», του Θόδωρου Μιχαηλίδη, που βρίσκεται στην αρχή της οδού Ενωτικών, μιας μικρής παρόδου της Μοναστηρίου.

Αυτό το σαγματοποιείο με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή που το είδα φορά, γιατί το είδα όχι σαν ένα συνηθισμένο ή ειδικό κατάστημα αλλά σαν ένα κομμάτι ιστορίας, σαν ίχνος και στίγμα μιας εποχής που έφυγε.

Γι’ αυτό κάθε φορά που πάω στη Θεσσαλονίκη, θα περάσω οπωσδήποτε από την οδό Ενωτικών για να ρίξω μια ματιά σ’ αυτή την ιστορία. Στέκομαι εκστατικός μπροστά στα συνηθισμένα άλλοτε αλλά σπάνια σήμερα κειμήλια που είναι σαμάρια, σέλες, καπίστρια, λαιμαριές, μπροστελίνες, καταζώστρες, ίγκλες, λουριά, μουλαροκούδουνα, χανάκες, φυλαχτά, σκουριασμένα πέταλα και αλογοκάρφια, απόλαμβάνοντας ταυτόχρονα εκείνη τη χαρακτη-ριστική μυρωδιά του πετσιού, που χύνεται διακριτικά στο πεζοδρόμιο.

΄Οταν το βλέμμα μου κουράζεται, περιεργαζόμενο το εσωτερικό του καταστήματος, του αλλάζω θέαμα και το στέλνω στην ταμπέλα. Μια ταμπέλα ξεθωριασμένη αλλά πιο ζωντανή από τις φωτεινές και φωσφορίζουσες που την περιβάλλουν:


ΣΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟΝ Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

γράφει και φαίνεται πειστική και ελκυστικότερη από τις άλλες γύρω της, όπως Bank, Restau-rant, Hotel, Pub, Nightclub, Disco και άλλες, κατά κανόνα ξενόγλωσσες.

Η ταμπέλα του σαγματοποιείου φαίνεται πως κάνει τη δική της αντίσταση. Τη δική της εθνική αντίσταση για τη διατήρηση της γλώσσας, της μυρωδιάς του πετσιού και της ειλικρίνειας. Προπάντων εκείνης που είχα την τύχη, πριν κάμποσα χρόνια, να την αντικρίσω ολοζώντανη και προσωποποιημένη στην όψη του καταστηματάρχη, του ιδιοκτήτη, όπως πιστεύω, του σαγματοποιείου.

΄Ηταν, θυμάμαι, ένα κρύο και βροχερό πρωινό Δεκέμβρη και, καθώς περνούσα έξω από το κατάστημα, στάθηκα, κατά τη συνήθειά μου, να διαβάσω την αγαπημένη μου ιστορία.

΄Οσες φορές είχα σταθεί μέχρι τότε, το μαγαζί ήταν κλειστό αλλά εκείνη τη φορά είδα μέσα έναν ηλικιωμένο άνδρα που ήμουν σίγουρος ότι ήταν ο Θόδωρος, γιατί κινιόταν με άνεση αφεντικού, ιδιοκτήτη. Μόλις τον είδα προσπά-θησα να συνταιριάξω, να δέσω την όψη του με την ταμπέλα του σαγματοποιείου και ιδιαίτερα με την «ειλικρίνεια». Τη βρήκα τόσο ταιριαστή που δεν μπορούσα να φανταστώ άλλο τίτλο για κείνο το κατάστημα. Η ειλικρίνεια φαινόταν ολοζώντανη στην όψη του Θόδωρου και στο παράστημά του.

Μπορούσες να τη δεις άνετα ανάμεσα στις ρυτίδες του προσώπου του και στην περπατησιά του, καθώς βημάτιζε ευτυχισμένος μέσα στον παράδεισό του, στο σαγματοποιείο του, χαϊδεύοντας με τα χέρια και το βλέμμα του όλα εκείνα τα κειμήλια.

Σκέφτηκα να του μιλήσω αλλά δεν τόλ-μησα. Δεν ξέρω γιατί δεν είχα το θάρρος.

Πρέπει να φοβήθηκα ή και να ντράπηκα την «ειλικρίνεια». Την «ειλικρίνεια» του σαγματοποιού Θόδωρου, ίσως και του αλμπάνη, αφού οι σαγματοποιοί ήσαν παράλληλα και αλμπάνηδες, που πετάλωναν άλογα και μουλάρια.

Καθώς κατηφόριζα προς το Δικαστικό Μέγαρο και κρατούσα στη διάνοιά μου την όψη του Θόδωρου, σκέφτηκα πόσο ατυχής είναι ο χαρακτηρισμός «αλμπάνης» για κάποιον ατζαμή ή άτσαλο, αφού καμιά από αυτές τις ιδιότητες δεν ταίριαζε στον Θόδωρο, τον επαγγελματία αλμπάνη.

Για αρκετά χρόνια, ύστερα από το όμορφο αυτό συναπάντημα, συνέχισα και συνεχίζω να περνώ από την οδό Ενωτικών αλλά δεν ξαναείδα τον Θόδωρο. ΄Εβλεπα όμως πάντα την «ειλικρίνεια» στη θέση της πάνω στην ταμπέλα αλλά είχα την ευκαιρία να διαπιστώνω ότι της είχα παραχωρήσει και μια θέση στην καρδιά μου.

Με έχει τόσο επηρεάσει η ταμπέλα που κάθε φορά στο άκουσμα της λέξης ειλικρίνεια η σκέψη μου πετάει σαν αστραπή στο σαγματοποιείο της οδού Ενωτικών.

Πριν από πέντε χρόνια η καρδιά μου σφίχτηκε όταν σταμάτησα μπροστά στο σαγματοποιείο. Βέβαια το κατάστημα ήταν εκεί. Εκεί ήταν και η ταμπέλα, όπως πάντα. Διαπίστωσα όμως μια αφύσικη παρέμβαση στο εσωτερικό.

Εκεί κοντά στην πρόσοψη, πάνω σε ένα μικρό σαρακοφαγωμένο τραπεζάκι, που είχε κι εκείνο την ιστορία του, είδα δολοφονημένη την ειλικρίνεια και δίπλα της το όργανο της δολοφονίας: ήταν μια ταμειακή μηχανή.

Στο πρώτο αντίκρισμά της θυμήθηκα τη λαϊκή παροιμία «σαν γάιδαρος με σέλα», που χρησιμοποιείται για να σατιρίσει το αταίριαχτο. Πράγματι έτσι έμοιαζε εκεί μέσα η μηχανή καθώς περιστοιχιζόταν από σαμάρια, λαιμαριές, πέταλα και άλλα τέτοια.

Αυθόρμητα γέλασα, μάλλον κάγχασα με το φαινόμενο. Αμέσως όμως συνήλθα και μελαγχόλησα. Η ταμειακή μηχανή σ’ εκείνο το σημείο, σ’ εκείνο τα κατάστημα, στο «Σαγματοποιείον Η Ειλικρίνεια» του Θεοδώρου Μιχαηλί-δη, έμοιαζε και ήταν δολοφόνος. Δολοφονούσε

την ειλικρίνεια, που για δεκάδες χρόνια ο «σαμαράς» και «αλμπάνης» Θόδωρος την είχε καμάρι και καύχημά του, την είχε κορώνα στο κεφάλι του, ταμπέλα στο κατάστημά του, στο «σαγματοποιείον» του, χωρίς να του την αμφισβητήσει ποτέ κανείς.

Τώρα όμως του την αμφισβητεί το Κράτος και τον υποχρεώνει να τοποθετήσει ταμειακή μηχανή για να καταγράφει τις πωλήσεις. Δεν ξέρω αν η ταμειακή μηχανή κατέγραψε καμιά πώληση, αμφιβάλλω πολύ. Είναι όμως βέβαιο ότι με την παρουσία της διέγραψε την ειλικρίνεια.

΄Ετσι όπως είναι τοποθετημένη πάνω στο τραπεζάκι του σαγματοποιού, μέσα στο μαγαζί του «αλμπάνη», του «σαμαρά», είναι σαν να λέει στους περαστικούς: «Η Ειλικρίνεια πέθανε».

Ναι, αυτό φωνάζει. Το άκουσα καθαρά, γι’ αυτό έφυγα γρήγορα, και καθώς απομακρυνόμουν, μακάριζα τον εαυτό μου που πρόλαβα και της έδωσα στασίδι στην καρδιά μου και εκεί θα την κρατώ σφιχτά, γιατί στην εποχή μας σπάνια τη συναντάς. Ομως δεν πέθανε μόνο η ειλικρίνεια.

Πέθανε και ο Θόδωρος. Αυτό το διαπίστωσα ένα πρωί που πέρασα από το σαγματοποιείο και κοίταξα την ταμπέλα.

Ηταν εκεί αλλά πάνω της υπήρχε μια διόρθωση. Είχε σβηστεί η λέξη «Θεοδώρου» και στη θέση της έγραφε «Παν.», προφανώς Παναγιώτης η Παναγιώτα.

Τα άλλα στοιχεία ήταν ίδια στη θέση τους όπως πριν. Και η ειλικρίνεια ήταν εκεί, μάλλον το πτώμα της, αφού στο τραπέζι δέσποζε η ταμειακή μηχανή με σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής αλλά που, χωρίς να το καταλάβει, είχε πατάξει καίρια την ειλικρίνεια.

Καθώς κοίταζα αναπολώντας την πρώτη φορά που είδα το σαγματοποιείο και ιδιαίτερα την όψη του Θόδωρου, το βλέμμα μου έπεσε σε ένα αγγελτήριο, στο γνωστό κόκκινο «ΠΩΛΕΙΤΑΙ» που ήταν τοποθετημένο στο κάτω μέρος της βιτρίνας.

«Αλήθεια τι να πωλείται;» σκέφτηκα. Το σαγματοποιείο αποκλείεται. Ποιος φτιάχνει σαμάρια σήμερα!. Το εμπόρευμα; Δεν νομίζω να υπάρχει αγοραστής, αφού και από την εμφάνισή του φαίνεται ότι από καιρό παραμένει αζήτητο. Ο αέρας; Δηλαδή η πελατεία; Σίγουρα έχει φύγει πριν από τον Θόδωρο.

Μοναδικό κεφάλαιο που είχε απομείνει σε αυτό το κατάστημα, στο σαγματοποιείο του Θόδωρου Μιχαηλίδη, ήταν η «ειλικρίνεια», αλλά τώρα ήταν κι εκείνη πεθαμένη. ΄Ετσι το μόνο που μπορεί να πωλείται, μάλλον να χαρίζεται σε περαστικούς, είναι η μνήμη της, γιατί σίγουρα και η μνήμη, ιδιαίτερα όταν αφορά την ειλικρίνεια έχει την αξία της που, ευτυχώς, δεν καταγράφεται σε ταμειακές μηχανές ούτε δολοφονείται από αυτές.



«ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ…»

«Νταν… νταν… νταν…» ακούστηκε πένθιμα η καμπάνα του Αγίου Νεκταρίου στη συνοικία ΄Ανοιξη. Ο Αριστείδης Βάγιας νευρία-σε για το ξύπνημα, αλλά αμέσως μετά το απο-δέχτηκε και το άκουγε με συγκατάβαση καθώς θυμήθηκε ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή και σε λίγο έπιασε τον εαυτό του να σιγομουρμουρίζει αυθόρμητα: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…».

Δεν ήταν θρήσκος ο Αριστείδης αλλά είχε φόβο Θεού, και έτσι καθώς σιγοψιθύριζε το γνωστό τροπάριο, ένιωθε μια ανατριχίλα να διαπερνά το κορμί και τα σωθικά του. Με μια αργή κίνηση έδιωξε από πάνω του την κουβέρτα, σηκώθηκε και άνοιξε το παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Η άνοιξη μυρωδάτη όρμησε στο μικρό δωμάτιο και με το άρωμά της πλημμύρισε κάθε γωνιά, θυμίζοντάς του την αμαρτωλή γυναίκα των ευαγγελίων και το πολύτιμο μύρο με το οποίο άλειψε τον Ιησού.

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου… », συνέχιζε να ψέλνει και, παρασυρμένος από τη μελωδία και τον πένθιμο ήχο της καμπάνας, έβλεπε και τη φύση θλιμμένη. ΄Εβλεπε τα λουλούδια με γερτά τα κεφάλια, και τα κελαϊδίσματα των πουλιών έφταναν στα αυτιά του σαν μοιρολόγια.

Για μια στιγμή θέλησε να αλλάξει ατμό-σφαιρα και έβαλε στο πικάπ ένα δίσκο με χαρούμενη μουσική. Μόλις άρχισε να παίζει, το σταμάτησε αμέσως. Τα αυτιά του δεν σήκωναν αυτή τη μουσική, είχαν προσαρμοστεί στον ήχο της καμπάνας και του «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου… ».

Αργά-αργά, σχεδόν τελετουργικά ντύ-θηκε. Δεν είχε λόγους να βιαστεί. Σήμερα ήταν αργία και η ημέρα όλη στη διάθεσή του. Είχε αποφασίσει να περάσει φέτος το Πάσχα μόνος του στην πρωτεύουσα. Τέσσερις μέρες αργία και μια ημιαργία ήταν ό,τι έπρεπε για καλή ξεκούραση και ευκαιρία να διαβάσει μερικά βιβλία που είχε αγοράσει τελευταία.

Το γκαρσόνι του γειτονικού καφενείου δεν περίμενε παραγγελία. Του έφερε αμέσως τον «μέτριο βαρύ», αφού χρόνια τώρα ο Αριστείδης πίνει εκεί τον καφέ του.

΄Ηπιε την πρώτη ρουφηξιά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από την εφημερίδα. Το είχε για αρκετή ώρα καρφωμένο στην εικόνα της αποκαθήλωσης, αφήνοντας το νου του να

περιπλανιέται σε ό,τι γνώριζε γύρω από τη θυσία του Γιου του Θεού. ΄Οταν σήκωνε τα μάτια του από την εφημερίδα, μπορούσε να βλέπει στο δρόμο ανθρώπους κάθε ηλικίας, αλλά ιδιαίτερα μαυροφορεμένες γυναίκες, να πηγαίνουν προς την εκκλησία κρατώντας στα χέρια τους μπουκέτα λουλούδια. Υπάκουαν όλοι στην επιταγή του εθίμου και στο κάλεσμα της καμπάνας που συνέχιζε να χτυπά πένθιμα.

Μόλις τέλειωσε τον καφέ του, βγήκε να περπατήσει και χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε έξω από το νεκροταφείο.

Κόσμος πολύς μπαινόβγαινε και η ατμόσφαιρα μύριζε λιβάνι και λιωμένο κερί.

Ακολουθώντας τους πολλούς μπήκε κι αυτός στο νεκροταφείο και περιπλανήθηκε κάμποση ώρα στους στενούς διαδρόμους του. ΄Ενιωθε ο μόνος άσχετος εκεί μέσα, καθώς έβλεπε πως ο καθένας κάτι γύρευε. Τριγύριζε από διάδρομο σε διάδρομο και παρατηρούσε τα μνήματα που ήσαν στολισμένα με λουλούδια και μύριζαν φρεσκάδα.

΄Εβλεπε λογής-λογής μνήματα: οίκους πολυτελείας, τάφους μαρμαροσκέπαστους και άλλους απλούς με μικρούς ξύλινους σταυρούς. ΄Ολοι τους έδειχναν πως σήμερα κάποιοι θυμήθηκαν τους νεκρούς που έκρυβαν.

Μέσα στο νεκροταφείο διάσπαρτες ψαλμωδίες συναντιόνταν στον αέρα και οι αντίλαλοί τους καθώς έβγαιναν, άλλοτε φάλτσα και άλλοτε βιαστικά από τα στόματα των κουρασμένων παπάδων, που πάσχιζαν να προλάβουν τα τρισάγια, έμοιαζαν σαν να κονταροχτυπιούνται για το ποια θ’ ακουστεί καλύτερα:

«Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον Σου και κατάταξον αυτόν εν Παραδείσω…», ακουγόταν σε βιαστικό ήχο πλάγιο από τη μια πλευρά.

«Εν σκηναίς δικαίων τάξαι, εν κόλποις Αβραάμ αναπαύσαι και μετά δικαίων συναριθ-μίσαι…», ερχόταν σαν συμπλήρωμα σε ρυθμό πεζοτράγουδου από την άλλη.

«Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ οι πορευ-όμενοι…», παρεμβαλλόταν η φάλτσα φωνή κάποιου διάκου, ενώ μόλις ακουγόταν η βραχνή φωνή ενός ηλικιωμένου παπά την ώρα που απομακρυνόταν από ένα μνήμα δίπλα στον Αριστείδη, ψέλνοντας: «Παν αμάρτημα παρ’ αυτού πραχθέν λόγω ή έργω ή διανοία Θεός συγχώρησον»..

Ο Αριστείδης το άκουσε, όπως άκουγε και όλα τα άλλα καθώς περιδιάβαζε τους τάφους. Για μια στιγμή το βλέμμα του έπεσε σε ένα χορταριασμένο μνήμα χωρίς μάρμαρα, χωρίς λουλούδια και χωρίς σταυρό. Δυο κομμάτια σαπισμένα ξύλα μαρτυρούσαν πως ήταν κάποτε μοναδικό του στολίδι. Στάθηκε για λίγο σκεφτικός:

«Τι να κρύβει μέσα του τούτο το μνήμα;» συλλογιζόταν. «Μπορεί να κρύβει κάποιον πατέρα, κάποια μητέρα, κάποιον γιο, κάποια θυγατέρα, πάντως κάτι κρύβει», μονολόγησε.

΄Ενα απότομο σπρώξιμο του διέκοψε τις σκέψεις. Παραμέρισε να περάσει ένας παπάς που περνούσε δίπλα του λαχανιασμένος με το πετραχήλι στον ώμο ριχταριά και το ράσο ανασκουμπωμένο. Τον κοίταξε παραξενεμένος και ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν τον είδε να πατάει πάνω στον τάφο του αγνώστου για να φτάσει γρηγορότερα σε έναν άλλο που τον καλούσαν. Σκεφτόταν αμίλητος και άκουγε τη φωνή του παπά καθώς έβγαινε άγρια και βιαστική:

«Μνήσθητι Κύριε ως αγαθός του δούλου Σου και όσα εν βίω ήμαρτεν συγχώρησον. Ουδείς γαρ αναμάρτητος ει μη Συ ο δυνάμενος και τοις μεταστάσιν δούναι την ανάπαυσιν…»Και πριν καλά-καλά τελειώσει το τροπάριο δρασκέλισε πατώντας πάλι στο μνήμα του αγνώστου, σπρώχνοντας βιαστικά στην τσέπη του ράσου του κάποιο χαρτονόμισμα που η μαυροφορεμένηγυναίκα τού είχε βάλει διακριτικά στο χέρι.

Ο Αριστείδης έμεινε κάμποση ώρα εκεί σκεφτικός και προβληματισμένος. Κοίταζε μια το χορταριασμένο τάφο και μια τις μαυροφο-ρεμένες γυναίκες που, κλαμένες οι περισσό-τερες, έτρεχαν πίσω από τους παπάδες, και εκείνοι βιαστικοί έτρεχαν στους διαδρόμους και δρασκέλιζαν τα μνήματα με το θυμιατό στο χέρι και το πετραχήλι ριγμένο στον ώμο.

Οι παραφουσκωμένες τσέπες τους έδει-χναν ότι οι εισπράξεις πήγαιναν καλά.

Τότε ήρθε στη μνήμη του ένα γνωστό τροπάριο της Μεγάλης Εβδομάδας που σε κάποιο σημείο λέει: «Φεύγε χρημάτων εραστά», καυτηριάζοντας τη φιλαργυρία του Ιούδα που τον οδήγησε στην προδοσία του Χριστού

«Πόσο ασυμβίβαστα είναι η λατρεία του Θεού και το χρήμα!» συλλογίστηκε. «Δεν μπορούν να συμπορευτούν, να συνυπάρξουν. Το είπε εξάλλου και ο ίδιος ο Χριστός: “Δεν δύνασθε να δουλεύητε Θεόν και Μαμωνά"»

Ξανακοίταξε το μνήμα του αγνώστου και καθώς εκείνη τη στιγμή περνούσε μπροστά του ιδρωμένος και βιαστικός ένας νεαρός παπάς, του φώναξε δείχνοντας του τον τάφο:

«Ελάτε κι από ‘δώ, πάτερ».

Εκείνος κοντοστάθηκε για μια στιγμή, αλλά μόλις είδε το μνήμα, προσπέρασε.

Ο Αριστείδης κατάλαβε. Γι’ αυτό άνοιξε το πορτοφόλι του και, βγάζοντας ένα χαρτονόμισμα των πέντε χιλιάδων δραχμών, το κρατούσε επιδεικτικά στο χέρι του.

Σε λίγο ξαναπερνούσε από μπροστά του ο νεαρός παπάς και πίσω του ακολουθούσε αγκομαχώντας μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατώντας ένα χιλιάρικο.

Πριν καλά-καλά τον φωνάξει ο Αριστείδης, 0 παπάς πήρε θέση μπροστά στο μνήμα και, σπρώχνοντας το πεντοχίλιαρο στη μεγάλη του τσέπη, άρχισε να ψέλνει κουνώντας ρυθμικά το θυμιατό:

«Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά Σου…».

Ο παπάς έψελνε, αλλά ο Αριστείδης δεν άκουγε. Σε κάποια στιγμή ο τόνος της φωνής του άλλαξε και συνέχισε σε στιλ απαγγελίας:

«Μνήσθητι Κύριε του επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένου αδελφού ημών…».

Ξαφνικά σταμάτησε και γυρνώντας προς τον Αριστείδη ρώτησε:

«Ποιο είναι το όνομα;»

Εκείνος δεν κατάλαβε και τον κοίταξε με απορία.

«Πώς τον λέγανε τον νεκρό;» ξαναρώτησε έντονα ο παπάς.

Η ερώτηση, που τώρα την κατάλαβε, τον αιφνιδίασε. ΄Ηταν κάτι που δεν το είχε σκεφτεί όταν τον φώναξε να κάνει τρισάγιο στον τάφο του αγνώστου. Τώρα όμως έπρεπε να πει κάτι. Ο παπάς ανυπομονούσε και ήταν έτοιμος να ακολουθήσει την ηλικιωμένη γυναί-κα με το χιλιάρικο που τον κοίταζε ικετευτικά.

Ξαφνικά, δίχως να το σκεφτεί καν και εντελώς αυθόρμητα φώναξε: «Ιησού».

Ο παπάς τον κοίταξε παραξενεμένος. ΄Εδειξε κάποιο δισταγμό αλλά επειδή ο χρόνος τον πίεζε, επανήλθε γρήγορα και συνέχισε:

«Μνήσθητι Κύριε του επ’ ελπίδι αναστά-

σεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένου δούλου Σου Ιησού και συγχώρησον αυτώ παν πλημμέλημα εκούσιόν τε και ακούσιον και κατασκήνωσον αυτόν εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως… ».

Ο παπάς συνέχιζε αλλά ο Αριστείδης είχε απομακρυνθεί από τον τάφο. Δεν ήθελε ούτε να ακούει ούτε να βλέπει.

Περπατώντας μέσα στους στενούς διαδρόμους, έστυβε το μυαλό του να θυμηθεί κάτι από το Ευαγγέλιο που είχε διαβάσει ή ακούσει παλιότερα. Τελικά το θυμήθηκε και με ανακούφιση το είπε μεγαλόφωνα την ώρα που έβγαινε από το νεκροταφείο:

«Ο οίκος μου οίκος προσευχής θέλει ονομάζεσθαι σεις δε εκάμετε αυτόν σπήλαιον ληστών!»

΄Οταν έφτασε στο σπίτι του, η καμπάνα συνέχιζε να χτυπά πένθιμα και παρασυρμένος άρχισε πάλι να σιγοψέλνει: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…», αλλά το διέκοψε αμέσως και μονολόγησε:

«΄Οχι σήμερα. Κάθε μέρα κρεμάται και για πολύ λιγότερα από τριάκοντα αργύρια!»

  • Η συνέχεια των διηγημάτων «Η Ρηνιώ» αύριο…



καπιστριάνα = χαλινάρι

ίγκλα= ζώνη που στερεώνει το σαμάρι στο σώμα του ζώου

κολιτσακι= μικρή μεταλλική κρεμάστρα στο σαμάρι

γρέκι= ποιμνιοστάσιο

χαμοκέλα= ισόγειο μικρό σπίτι στο ποιμνιοστάσιο

σφαχτά= γιδοπρόβατα

μυταριά: λουρίδα που τυλίγει τη μουσούδα του τράγου και ενώνεται με το λουρί του κουδουνιού για να το κάνει να χτυπά εντονότερα.

ώτοιμη= στην ώρα της να γεννήσει

διπλαρίζει= γεννά δύο

κλαπαύτα= κατσίκα με μεγάλα αυτιά

καλαμοβύζα= κατσίκα που έχει μαστό με μακριές ρώγες

τέσσα= χαλκοματένιο δοχείο μεταφοράς υγρών ιδιαίτερα γαλατος

κόλλα= το πρώτο γάλα.

γαλόστρα= βρασμένο πρωτόγαλο πηχτό σαν κρέμα



Σχόλια (2)

  1. Γιάννης Χρυσέλης

Διάβασα απόψε τη "Ρηνιώ" και τη βρήκα πολύ συγκινητική, Νίκο, "άρμεξα από τα σωθικά μου όση φωνή είχα και την άφησα να χυθεί κατά το μέρος του, σπρωγμένη από το φόβο και την αγωνία μου" - πολύ δυνατή φράση. Θα διαβάσω οπωσδήποτε και τα υπόλοιπα...

Διάβασα απόψε τη "Ρηνιώ" και τη βρήκα πολύ συγκινητική, Νίκο, "άρμεξα από τα σωθικά μου όση φωνή είχα και την άφησα να χυθεί κατά το μέρος του, σπρωγμένη από το φόβο και την αγωνία μου" - πολύ δυνατή φράση. Θα διαβάσω οπωσδήποτε και τα υπόλοιπα διηγήματα. Σ΄ευχαριστούμε που μας φέρνεις σε επαφή με αυτά τα έργα του Θανάση Ρέππα.
Εμείς όπως σου είπα Νίκο, προχωρούμε εντατικά με την οικοδόμηση της Αίθουσας Βασιλείας, έτσι ώστε σε δυόμιση μήνες από τώρα να είναι έτοιμη. Αυτή την περίοδο φιλοξενούμε στην εκκλησία μας τρία ζευγάρια αδελφών (ολοχρόνιων διακόνων οικοδόμησης) οι οποίοι κατευθύνουν το έργο και θα είναι μαζί μας μέχρι την παράδοση του έργου. Καλό σου βράδυ. Να είσαι πάντα καλά.

Read More
  Συννημένα
 
  1. Ν. Θεοδωράκης

Το ξέρω, Γιάννη, πως αγαπάς το διάβασμα σαν κι εμένα… Δεν γίνεται να ασχολείσαι ο ίδιος με το γράψιμο και να μην έχεις μια καλή σχέση μαζί του…
Το πιο ωραίο όμως είναι ότι συνεχώς έρχονται κοντά μας άνθρωποι που μας μοιάζουν, ως προς αυτό, που...

Το ξέρω, Γιάννη, πως αγαπάς το διάβασμα σαν κι εμένα… Δεν γίνεται να ασχολείσαι ο ίδιος με το γράψιμο και να μην έχεις μια καλή σχέση μαζί του…
Το πιο ωραίο όμως είναι ότι συνεχώς έρχονται κοντά μας άνθρωποι που μας μοιάζουν, ως προς αυτό, που διαβάζουν και προσπαθούν να γεμίσουν παραγωγικά τον ελεύθερο χρόνο τους, αντί να κάθονται παραδομένοι μπροστά σε μια ανοιχτή τηλεόραση, από συνήθεια και ούτε που ακούνε πια τι λέει… Όπως και να το κάνεις, το διάβασμα γαληνεύει την ψυχή και οδηγεί σε άλλα, σαφώς καλύτερα μονοπάτια…
Χαίρομαι ιδιαίτερα για την πρόοδο στο έργο οικοδόμησης στην Αίθουσα Βασιλείας στο νησί. Μακάρι να τα καταφέρουμε έρθουμε κάποια στιγμή, να γνωρίσουμε εσένα και την οικογένεια σου και φυσικά τη νέα εκκλησία…

Read More
  Συννημένα
 
There are no comments posted here yet

Υποβάλετε το σχόλιό σας

Posting comment as a guest. Sign up or login to your account.
Συννημένα (0 / 3)
Share Your Location

Αυτό είναι το χωριό μου, το όμορφο Θραψανό, που ονειρευόμουν να ζήσω, κάποτε...

Αυτό είναι το χωριό μου, το Θραψανό... Φωτογραφημένο στις 6 Ιουλίου 2012. Τον αγαπώ αυτόν τον τόπο. Και κάποτε, ονειρευόμουν να ζήσω εκεί αρκετό καιρό, όταν θα έβγαινα στη σύνταξη.  Τώρα πια είμαι συνταξιούχος, έχοντας αλλάξει άποψη και πρωτεραιότητες στη ζωή μου... Η στιγμή που νόμιζα ότι δεν θα ερχόταν ποτέ, ήρθε! Δείτε ΕΔΩ μερικά πράγματα για το χωριό μου...

spiti.ktiti.dek23

Όταν η ζωή δεν το βάζει κάτω… Οι βουκαμβίλιες που ξεράθηκαν από την παγωνιά του Γενάρη 2017, όταν το χιόνι το έστρωσε για τα καλά στο χωριό (δες την ακριβώς από κάτω φωτογραφία, διότι είναι πολύ σπάνιο το χιόνι στο χωριό μας σε υψόμετρο 350 μ.). Χρειάστηκε να περιμένουμε λίγο... Αλλά ο χρόνος δεν είναι πρόβλημα, όσο είμαστε όρθιοι, μπορούμε και αντέχουμε τις αντιξοότητες… Η φωτογραφία αυτή, είναι τραβηγμένη το Νοέμβρη του 2023 όταν βάψαμε με άλλο χρώμα την εξωτερική και εσωτερική αυλή του σπιτιού...

xionismeno.spiti090117

Φωτογραφία τραβηγμένη στις 9/1/2017, στο χιονιά που άρεσε σε όλο το Θραψανό. Το πατρικό μου σπίτι, χιονισμένο. Απόλαυση οφθαλμών… Ευχαριστώ όσους είχαν την καλοσύνη και την προνοητικότητα να μου στείλουν αυτή τη φωτογραφία… Κάθε εποχή στο χωριό μου είναι όμορφη. Έτσι το βλέπω εγώ, έχοντας προσωπικά βιώματα… Οι όμορφες βουκαμβίλιες, από αυτόν τον πάγο, ξεράθηκαν, σε αντίθεση με την τριανταφυλλιά που, για άλλη μια φορά, αποδείχτηκε πολύ δυνατή και άντεξε... Αλλά η ζωή δεν σταματά! Ξαναπέταξαν πράσινα κλαριά, ξαναζωντάνεψαν!

parteria6

Φτιάξαμε και τα παρτέρια στα δυο περιβολάκια στην εξωτερική αυλή... Ο επόμενος στόχος, αν το θέλει ο Θεός και τον καταφέρουμε, είναι να μπουν πλακάκια και στις αυλές, τόσο στην εσωτερική, όσο και στην εξωτερική. Και μια πραγματική εξώπορτα που θα προστατεύει το σπίτι μας, καλύτερα, από τους ανόητους που δεν λείπουν. Ο στόχος παραμένει. Ελπίζω να τα καταφέρουμε να τον υλοποιήσουμε σ' αυτή τη ζωή.

thrapsano.arxio

Και μια ιστορική φωτογραφία που δείχνει το χωριό των πιθαράδων... Κρήτη, Θραψανό, 1958-1962, φωτογραφία του Roland Hampe. Την είδαμε δημοσιευμένη στη εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ Ηρακλείου της 10/5/2023. Τα νέα παιδιά, στις μέρες μας, συνεχίζουν αυτή την τέχνη. Αν τα βοηθούσε λίγο και η Πολιτεία, όλα θα ήταν καλύτερα... Δείτε κι αυτό ΕΔΩ το υπέροχο ντοκιμαντέρ για την αγγειοπλαστική στο Θραψανό που προβλήθηκε το Φλεβάρη του 2024  από την ΕΡΤ 3.

patris220624

Από την ημερήσια Ηρακλειώτικη εφημερίδα, ΠΑΤΡΙΣ. Την είδαμε δημοσιευμένη στη στήλη Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ, το Σάββατο 22/6/2024 με την ένδειξη: 1958-1962, Κρήτη, Θραψανό. Φωτογραφία Roland Hame (πηγή: Άσπρο και Μαύρο). Η φωτογραφία έχει και μια ακόμα συναισθηματική αξία για μένα. Τραβήχτηκε, όταν εγώ γενήθηκα. Και προφανώς έχει επιχρωματιστεί. Δεν υπήρχε χρωματιστό φίλμ, τότε...

egkainia.domis.agioplastikis

Κάτι μεγάλο και όμορφο έγινε στο χωριό μας. Ένα κέντρο Μινωικής αγγειπλασττικής. Για να θυμόμαστε την ιστορία, το ξεκίνησε ο πρώην δήμαρχος Θραψανού, Μανόλης Λαδωμένος, αλλά διάφορες δυσκολίες που δεν γνωρίζομαι δεν το άφησδαν να ολοκληρωθεί. Το εεκαινία σε ο δήμρχος κ. Κεγκέρογλου! Χαιρόμαστε που ένα σημαντικό και εμβληματικό έργο πολιτιστικής υποδομής, είναι πραγματικότητα. Ως αποτέλεσμα συνένωσης δυνάμεων του Δήμου Μινώα, του Υπουργείου Πολιτισμού, του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με την αρωγή της Περιφέρειας Κρήτης.

Ξεκίνησε να λειτουργεί στο χωριό μας, το Θραψανό, μια αξιόπιστη Δομή Αγγειοπλαστικής...

Σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα η σελήνη; Θέλετε να ξέρετε;

Κάποτε το θέλαμε να επιστρέψουμε, όσο τίποτα άλλο... Τώρα, δεν είμαι πια βέβαιος...

elies.a.nikola1.081220

Μια προσπάθεια πριν τρία χρόνια να ξαναφτιάξω τις ελιές μου σε συργασία με συγχωριανό μου φίλο και συμμαθητή από το σχολείο απέδωσε σε μια πρώτη φάση, τρία χρόνια τώρα. Πέσαμε σε κακές εποχές. Ξηρασία, κακοχρονιά, αλλά είχα μια ευχάριστη έκπληξη από τον Μιχάλη. Παρά τις δυσκολίες βγάλαμε το λάδι της χρονιάς μας. Ευγνώμονες!

livades.diakopes2013

Η Λιβάδα... Η τεχνιτή λίμνη στο χωριό μου που τα καλοκαίρια περνούσα πολλές ώρες εδώ... Πανέμορφη και πάντα έχει κάτι εξαιρετικό να σου δώσει... Δείτε ΕΔΩ ένα βίντεο που τραβηξα πριν μερικά χρόνια από τη λίμνη. Έτσι είναι και σήμερα. Δεν έχει αλλάξει τίποτα... Η ίδια ομορφιά! Μόνο που εγώ δεν μπορώ να είμαι κοντά της, πια, με τη συχνότητα που ήμουν κάποτε...

panoramiki.livada.2014

Ιδού και μια πανοραμική φωτογραφία της λίμνης, που τράβηξα το χειμώνα του 2014 όταν κατέβηκα στο χωριό, για να μαζέψω τις ελιές μου...  Ελάτε, αν θέλετε, να σας πάω στις ελιές μου στου Μπουρμά. Δείτε ΕΔΩ. Τα τελευταία χρόνια δεν είχαν καρπό και από ότι δείχνουν τα πράγματα, ούτε και φέτος... Λογικό. Για να δώσουν καρπό, πρέπει να καλλιεργηθούν σωστά και φυσικά να βάλεις λιπάσματα. Κι αν το δεις από οικονομική άποψη, δεν είμαι βέβαιος ότι αξίζει τον κόπο...

 

 

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ

Η Αγία Γραφή περιγράφει μερικές φορές τους ανθρώπους με βάση την εργασία που έκαναν. Μιλάει για τον “Ματθαίο, τον εισπράκτορα φόρων”, τον “Σίμωνα τον βυρσοδέψη” και τον “Λουκά, τον αγαπητό γιατρό”. (Ματθ. 10:3· Πράξ. 10:6· Κολ. 4:14) Κάτι άλλο που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους είναι οι πνευματικοί διορισμοί ή τα προνόμιά τους. Διαβάζουμε για τον Βασιλιά Δαβίδ, τον προφήτη Ηλία και τον απόστολο Παύλο. Αυτοί οι άντρες εκτιμούσαν τους θεόδοτους διορισμούς τους. Παρόμοια και εμείς, αν έχουμε προνόμια υπηρεσίας, πρέπει να τα εκτιμούμε.

Ο αρχικός σκοπός του Ιεχωβά για την ανθρωπότητα ήταν να ζει για πάντα εδώ στη γη. (Γέν. 1:28· Ψαλμ. 37:29) Ο Θεός πρόσφερε γενναιόδωρα στον Αδάμ και στην Εύα διάφορα πολύτιμα δώρα που τους έδιναν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν τη ζωή. (Διαβάστε Ιακώβου 1:17) Ο Ιεχωβά τούς χάρισε ελεύθερη βούληση, την ικανότητα να κάνουν λογικές σκέψεις και τη δυνατότητα να αγαπούν και να απολαμβάνουν φιλίες.

Ο Δημιουργός μιλούσε στον Αδάμ και τον συμβούλευε για το πώς να δείχνει την υπακοή του. Ο Αδάμ μάθαινε επίσης πώς να καλύπτει τις ανάγκες του καθώς και πώς να φροντίζει τα ζώα και τη γη. (Γέν. 2:15-17, 19, 20) Ο Ιεχωβά προίκισε επίσης τον Αδάμ και την Εύα με τις αισθήσεις της γεύσης, της αφής, της όρασης, της ακοής και της όσφρησης. Έτσι μπορούσαν να απολαμβάνουν πλήρως την ομορφιά και τα άφθονα αγαθά του παραδεισένιου σπιτιού τους. Για το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι, οι δυνατότητες να έχουν απόλυτα ικανοποιητική εργασία, να νιώθουν πλήρεις και να κάνουν ανακαλύψεις, ήταν απεριόριστες.

Τι μπορούμε να μάθουμε από τα λόγια που είπε ο Ιησούς στον Πέτρο; Χρειάζεται να προσέξουμε ώστε να μην αφήσουμε την αγάπη μας για τον Χριστό να εξασθενήσει και την προσοχή μας να αποσπαστεί από τα συμφέροντα της Βασιλείας. Ο Ιησούς γνώριζε πολύ καλά τις πιέσεις που σχετίζονται με τις ανησυχίες αυτού του συστήματος πραγμάτων. Ας μάθουμε, να εκτιμούμε όσα έχουμε...

ΕΝΑ SITE "ΑΠΑΓΚΙΟ" ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ!

Αυτόν τον ιστότοπο τον «παλεύω» πολλά χρόνια. Πολύ πριν γνωρίσω την αλήθεια και βρω σκοπό στη ζωή μου. Φανταζόμουν τον εαυτό μου συνταξιούχο στο χωριό, με μια σχετικά καλή οικονομική επιφάνεια, δεδομένης μιας καλής σύνταξης που είχα οικοδομήσει πολλά πάνω της και ήθελα να έχω κάτι, για να περνάω το χρόνο μου.

Σήμερα, όλα έχουν αλλάξει γύρω μου, όλα εκτός από το Site αυτό. Δηλαδή, άλλαξε κι αυτό λιγάκι προσανατολισμό… Αντί να περνάει την ώρα του με κούφια δημοσιογραφικά θέματα, που δεν είχαν να προσφέρουν και πολλά πράγματα στους ανθρώπους, προσφέρει ελπίδα για ένα βέβαιο, καλύτερο αύριο.

Αυτήν την αληθινή ελπίδα, προσπαθεί να βάλει στις καρδιές των αναγνωστών του και να τους ενθαρρύνει να πιστέψουν ότι όλες αυτές οι δυσκολίες κάθε μορφής που ζούμε είναι παροδικές. Τα ωραία, είναι μπροστά μας... Και μπορούμε να τα ζήσουμε, φτάνει να το θέλουμε πραγματικά.

Αρκεί να μη στηριζόμαστε στην αξιοπιστία των ανθρώπων που σήμερα είναι κι αύριο όχι… Ούτε στις δυνάμεις μας. Αλλά στον Λόγο Εκείνου που είναι απόλυτα αξιόπιστος και να ακολουθούμε στη ζωή μας τις φωτεινές προειδοποιητικές  πινακίδες που έχει βάλει στο δρόμο μας…

ΚΡΕΟΝΤΑΣ, τέλος...

Το φύλλο που βλέπετε εδώ είναι το τελευταίο της εκδοτικής προσπάθειας του Εξωραϊστικού Συλλόγου της Κολοκυνθούς,  “Κρέοντας”. Δείτε το ΕΔΩ. Είναι το τεύχος 25 κι ΕΔΩ δείτε το αμέσως προηγούμενο. Ο ΚΡΕΟΝΤΑΣ αναγκάστηκε να αναστέλλει την έκδοσή του στην πρώτη μεγάλη οικονομική κρίση. Σε δύσκολες εποχές δεν άντεχε άλλο, τα δυσβάσταχτα οικονομικά βάρη. Βέβαια κάθε φύλλο που αναστέλλει την έκδοσή του, θέλει να ελπίζει και ονειρεύεται την επανέκδοση του... Μακάρι να γίνει έτσι. Και να μην είναι μόνο οι καλές προθέσεις των ανθρώπων του Συλλόγου...

Στο ρόλο του Συνταξιούχου

Αν έχεις κάπου να κρατηθείς, αν μπορείς να περιμένεις, η υπομονή αμείβεται.
Άπό τις 24/10/2020 είμαι πια συνταξιούχος!… Όλα εξελίχθηκαν καλά, όπως το περίμενα και τον Νοέμβρη του 2020 μπήκαν τα χρήματα της σύνταξης μου στο λογαριασμό μου. κι από τότε όλα γίνονται κανονικά, στην ώρα τους... Η αγωνία μου μετρούσε από τον Νοέμβριο του 2019, οπότε και κατέθεσα τα χαρτιά μου. Μια διαδικασία που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο! 

Όλα αυτά έγιναν μέσα σε μια πρωτόγνωρη, δύσκολη εποχή του κορονοϊού Covid-19, με λοκντάουν και χωρίς τις μικρές εφημερίδες που βγάζω. Και όμως, όλα πήγαν καλά! Με τη βοήθεια ανθρώπων που μας αγαπούν, των παιδιών της Σούλας, δεν έχασα καμιά από τις ρυθμίσεις που είχα κάνει... Και δεν στερηθήκαμε τίποτα, από τα βασικά πράγματα. Ο Ιεχωβά να τους ευλογεί!

Δοξάζω τον Ιεχωβά για την καλή έκβαση του πράγματος! Και τον ευχαριστώ, γιατί αν δεν ήταν το ισχυρό χέρι Του να με οπλίζει με υπομονή και εγκαρτέρηση, όλα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα!

Μικρές πινελιές αγάπης

athina1

Γεμάτος όμορφες, ξεχωριστές πινελιές, είναι αυτός ο ιστότοπος που διαβάζετε. Ξεκίνησε, για να καλύψει κάποιες ανάγκες έκφρασης, με δημοσιογραφικό κυρίως περιεχόμενο και τον βλέπουμε να εξελίσσεται ουσιαστικά σε ένα σημείο συνάντησης και επαφής, ανάμεσα σε φίλους. Και η αναφορά στις πινελιές δεν είναι καθόλου τυχαία. Κάπως έτσι δεν λειτουργούν και οι ζωγράφοι; Μόνο που εδώ το πράγμα μοιράζεται, ανάμεσα στις λέξεις και τις εικόνες. Και περιγράφουν μια ζωή πραγματική, όχι από αυτές που κυριαρχούν στη φαντασία και στο διαδίκτυο.

Δοκιμασία από τον Covid-19

Ότι μέχρι χθες, μόνο ως θεωρία γνωρίζαμε, το είδαμε να εφαρμόζεται στη ζωή μας... Και πήραμε τα μαθήματα μας. Δείτε ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ.

Το "φευγιό" της αδερφής μου

Η Γιωργία μας "έφυγε" για πάντα από κοντά μας το 2011. Και ο θάνατος του Γιάννη έναν ακριβώς χρόνο, μετά. Λιγοστεύουμε...

Έφυγε και ο Κωστής μας

Λιγοστεύουμε... Μετά τη Γεωργία μας, "έφυγε" και ο Κωστής μας. Τον αποχαιρετήσαμε (δείτε ΕΔΩ) με συγκίνηση... Θα τα ξαναπούμε αδελφέ!

Developed by OnScreen - Content by Nikos Theodorakis - Powered by FRIKTORIA